Τα κατορθώματά του εντός των αγωνιστικών χώρων μιλούν από μόνα τους. Τον αποκάλεσαν "Νουρέγιεφ", είπαν πως "δεν τον γέννησε μάνα, αλλά μπάλα". Δεν λέω κάτι καινούργιο. Ούτε προσθέτω κάτι περισσότερο στον δεδομένο θαυμασμό μου γι' αυτόν, τονίζοντας ότι ήταν από τα πρώτα ονόματα που ο πατέρας μου με έμαθε να προφέρω έστω και με το σχετικό τραύλισμα, λόγω της μικρής ηλικίας αλλά και του μακρόσυρτου ονόματος. Πολλοί θα μου πείτε ότι δεν "ανακάλυψα την Αμερική" νιώθοντας δέος, όταν του πήρα την πρώτη συνέντευξη (με την ευκαιρία της ανάδειξης του, ως ο καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής όλων των εποχών), έστω κι αν για μένα αποτελούσε ένα όνειρο δημοσιογραφικής καριέρας κι ας είχα διαβάσει τόσες και τόσες φορές τις απόψεις του, για την πικρία του που δεν έπαιξε στο εξωτερικό, για την Εθνική κτλ. Ήθελα να τις πει και σε μένα. Να τις ακούσω να μου τις λέει ο ίδιος. Όπως για τους περισσότερους φιλάθλους, έτσι και για μένα, ο Βασίλης Χατζηπαναγής, ήταν η μεγαλύτερη και βασικότερη αιτία, για να λατρέψω το ποδόσφαιρο. Ήταν ο άνθρωπος που "ζωγράφιζε" μέσα στις γραμμές του γηπέδου σπάνια έργα τέχνης, που ασφαλώς δεν έχουμε ξαναδεί από τότε και πολύ φοβάμαι ότι πολύ δύσκολα θα ξαναδούμε στο μέλλον, άσχετα αν είναι ο πρώτος που τηλεφωνούμε προκειμένου να συγκρίνει άμεσα τον εαυτό του για έναν παίκτη που ξεκινά την καριέρα του και πραγματοποιεί μια-δυο εξαιρετικές εμφανίσεις. Αυτό κάναμε και με τον Καστίγιο, αυτό κάναμε και με το Νίνη, αυτό κάναμε και με τον Φετφατζίδη. Λάθος. Ο Βασίλης Χατζηπαναγής είναι ένας, και όμοιος του δεν θα ξαναβγεί, όσο κι αν η ανάγκη μας για θέαμα και καλό ποδόσφαιρο, μας αναγκάζει να προσδίδουμε σε άγουρα ταλέντα χαρακτηρισμούς όπως... "Νέος Χατζηπαναγής", "Νέος Πελέ", "Νέος Μαραντόνα" κοκ. Για τους απανταχού Ηρακλειδείς δε, ο "Βάσια" είναι κάτι σαν τον Βούδα για τους Βουδιστές. Λατρεύεται σαν Θεός και μάλλον όχι άδικα, αφού οι παλές γενιές μεγάλωσαν με τα.κατορθώματά του και πανηγύρισαν έναν τίτλο, απέναντι στον Ολυμπιακό. Οι κινήσεις του εξάλλου μέσα στο γήπεδο έδιναν χρώμα, στις ασπρόμαυρες οθόνες που τις αποτύπωναν.
Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν και με βάση τα παραπάνω, η διοίκηση της ΠΑΕ Ηρακλής σ' ότι αφορά το ζήτημα των γηπέδων υπέπεσε σε...γκάφα ολκής. Διότι, δεν μπορείς να έχεις ανοικτά οικονομικά μέτωπα με τις δύο σημαίες της ομάδας σου, τον Χατζηπαναγή και τον Κωφίδη και να ευαγγελίζεσαι την εξυγίανση της εταιρείας. Πρώτα ξεκινάς από αυτούς και μετά πας στους υπόλοιπους. Για παράδειγμα, άλλο είναι να σου καταλογίζει ευθύνες ο "Βάσια", ο καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής όλων των εποχών και άλλο ο Μπόσνιακ, ο Τούμα, ο Μπούρμπος. Μερικές φορές, δεν έχει σημασία τι λέγεται, αλλά ποιος το λέει. Και ας μου επιτρέψουν οι άνθρωποι της ΠΑΕ να σημειώσω, πως ανεξάρτητα από τι συνέβη, το γεγονός ότι δεν υπάρχει αντίδραση την ίδια μέρα, επιφέρει ένα ακόμη επικοινωνιακό λάθος. Όλοι θα σταθούν στο τι είπε ο Χατζηπαναγής και θα αναζητήσουν απάντηση, αλλά αυτή πρέπει να περιμένουν μέχρι αύριο για να τη μάθουν, σε μια περίοδο που οι φήμες για την αδειοδότηση δίνουν και παίρνουν. Την επόμενη μέρα κύριοι, ήδη αυτοί που επεξεργάζονται τα της αδειοδότησης θα έχουν σκεφτεί, πως για να τα λέει αυτά ο Χατζηπαναγής, τότε κάτι άσχημο συμβαίνει. Εν' ολίγοις τους δίνεται το πάτημα που εσείς οι ίδιοι λέτε πως ψάχνουν αλλά δεν βρίσκουν. Κι όμως...Είναι σαν ο Μαράντονα να κατηγορεί την Μπόκα Τζούνιορς.
Πάμε τώρα όμως και στο άλλο σκέλος της υπόθεσης, που αφορά τον ίδιο Χατζηπαναγή. Ελάχιστες γραμμές πιο πριν εξέφρασα -θέλω να πιστεύω- την τεράστια εκτίμηση που τρέφω για τις αγωνιστικές του επιδόσεις. Ωστόσο, ας μου επιτρέψει να πω, ότι από χθες κάρφωσε ένα μαχαίρι στην ήδη τραυματισμένη πλάτη της ομάδας, που ο ίδιος αναφέρει ότι λατρεύει γιατί υπηρέτησε μόνο αυτή, έστω κι αν έχει τονίσει πολλάκις στο παρελθόν ότι αυτή δεν ήταν ακριβώς η επιθυμία του. Δεν σας κρύβω ότι δυσκολεύτηκα από την πρώτη στιγμή να πιστέψω ότι η ανακοίνωση αυτή, βγήκε ή γράφτηκε από τον ίδιο τον "Βάσια". Ίσως γιατί στο περιεχόμενό της, υπάρχουν τόσες κακίες μαζεμένες αλλά και τόσες ανακρίβειες. Από την στιγμή όμως που φέρει το όνομα του, αυτός και μόνο είναι ο αποκλειστικός υπεύθυνος των όσων γράφονται.
Λέει λοιπόν ο "Νουρέγιεφ" σε ένα σημείο της ανακοίνωσής του ότι..."Πληρώθηκαν κάποια χρήματα από τη διοίκηση του Αντώνη Ρέμου για την προηγούμενη χρονιά και μπορώ να πω ότι ήταν πολύ σωστή η συνεργασία μας". Λίγο παρακάτω όμως διαβάζουμε ότι..."Πλήρωναν κανονικά έως και το τέλος της περιόδου". Τελικά Βασίλη Χατζηπαναγή, πληρώθηκαν "κάποια" χρήματα, ή πληρώθηκαν όλα; Φαντάζομαι ότι καταλαβαίνεις κι εσύ την διαφορά, όταν η λεπτή κόκκινη γραμμή οριοθετείτε πλέον από νούμερα.
Παρακάτω διαβάζουμε με έκπληξη ότι..."Έχω αγανακτήσει κυριολεκτικά, δεν "παίζονται" στις ψευδείς υποσχέσεις και δεν αναφέρω μόνο το δικό μου πρόβλημα, αλλά και πολλών άλλων υπαλλήλων της ομάδας, που εξακολουθούν να είναι απλήρωτοι επί μήνες, αλλά φοβούνται να μιλήσουν". Αφήνουμε στην άκρη την έκφραση "δεν παίζονται" ασχολίαστη αν και μας βοηθά πολύ το συντακτικό του κειμένου να καταλάβουμε κάποια πράγματα και λίγες γραμμές πιο κάτω διαβάζουμε."Ενάμισι μήνα έχω να πατήσω στα γραφεία της ΠΑΕ, γιατί δεν παρακαλώ κανέναν, ενώ αγανάκτησε και ο συνεργάτης μου από τα ψέμματα που άκουγε". Αφού λοιπόν Βασίλη Χατζηπαναγή, έχεις να πατήσεις ενάμιση μήνα το πόδι σου στην ΠΑΕ, πως γνωρίζεις ότι οι υπάλληλοι είναι απλήρωτοι και φοβούνται να μιλήσουν;
Η αλήθεια είναι ότι τον Βασίλη Χατζηπαναγή τον έχουν κοροϊδέψει πολλοί και μέσα από την ΠΑΕ Ηρακλής κατά καιρούς, ίσως γιατί δεν σκέφτεται ποτέ άσχημα για κανέναν. Δεν θα τον ακούσεις να βρίζει, ούτε καν να φωνάζει. Πάντα με το χαμογέλο. Δυστυχώς όμως, και αυτή τη φορά τον κορόιδεψαν. Τον κορόιδεψε κυρίως αυτός που συνέταξε την ανακοίνωση με τέτοιον τρόπο, διότι εκμεταλλεύτηκε το πρόβλημα του μεγάλου αυτού ποδοσφαιριστή, για να βγάλει ένα κόμπλεξ, όχι κατά του Γιάννη Τάκη, διότι δεν μας ενδιαφέρει ποιος έχει διαφορές με ποιον, αλλά στον ίδιο τον Ηρακλή. Εν΄ αγνοία του ή όχι δεν μπορώ να το γνωρίζω, αλλά ο Βασίλης Χατζηπαναγής, με αυτή την ανακοίνωση βάζει σε τεράστιο κίνδυνο, την ομάδα της οποίας ο ίδιος λέει πως δεν χάνει παιχνίδι ενώ ταυτόχρονα καλύπτει κι έναν άνανδρο τύπο (δεν με ενδιαφέρει ποιος ειναι αυτός) που η ανωνυμία τον βοηθά να καλύπτει τις ευθύνες που ο ίδιος φοβάται να επωμιστεί. Ντροπή του!
Λυπάμαι, "Βάσια" αλλά από σήμερα θα αναγκαστείς να επωμιστείς ένα βάρος που δεν σου αξίζει, διότι εμπιστεύτηκες ξανά λάθος άνθρωπο. Συγχώρεσε με, αλλά δεν μπορώ με τίποτα να πιστέψω ότι η φράση."Λυπάμαι αλλά δεν είμαι καθόλου ήσυχος για τις υπόλοιπες υποχρεώσεις της ΠΑΕ όπως προετοιμασία φακέλου κ.λ.π", είναι δική σου. Είσαι πολύ μεγάλος στα μάτια μου, για να αποδεχτώ ότι την έχεις γράψει ΕΣΥ...
Tuesday, March 22, 2011
Thursday, December 16, 2010
Στο λαιμό της Ελλάδας, κρεμάσαμε…Πετρούλα
Πάντα έλεγα ότι αυτή η χώρα μπορεί να γελοιοποιεί οτιδήποτε σοβαρό τις συμβαίνει. Πριν από λίγο, χαζεύοντας τηλεόραση στο τηλεοπτικό κανάλι STAR, είδα ένα ακόμη ρεπορτάζ-μνημείο της γνωστής Πετρούλας, η οποία το τελευταίο διάστημα έχει πάρει τους δρόμους και κρατώντας ένα μικρόφωνο στο χέρι (πολύ θα ήθελε να είναι κάτι άλλο) διακωμωδεί απλά…την χειρότερη στιγμή που περνά η Ελλάδα στη σύγχρονη ιστορία της.
Και ναι, το ομολογώ, την πρώτη φορά που την είδα να ξεφωνίζει «ήρθε η Τρόικα» και να φωνάζει “mr blue-eyes” (σε σχετικό σατιρικό βιντεάκι του Ράδιο-Αρβύλα) γέλασα και εγώ. Στη συνέχεια όμως έπαψε να είναι αστείο. Για να μην πω ότι κατάντησε αηδία.
Δεν μπορεί η Ελλάδα να βγαίνει σιγά-σιγά στους δρόμους προκειμένου να επανακτήσει τα δικαιώματα που κερδίθηκαν με αίμα και μια Πετρούλα να περνά την γελοιότητα που μας διακρίνει. Εκτός κι αν μας βολεύει να αφήσουμε έντεχνος να διαρρεύσει ότι εμείς εδώ είμαστε καλά και αντιμετωπίζουμε τα πιο σοβαρότατα θέματα με τον μανδύα του ασόβαρου. Εκτός κι αν αυτό που μας ενδιαφέρει ακόμη και τώρα, είναι να χαζεύουμε βυζιά ακόμα και αν το περιεχόμενο του εγκεφάλου αυτής που τα κουβαλάει απλά…δεν υπάρχει. Εκτός κι αν η δημοσιογραφία του 2010 έχει πάρει την κάτω βόλτα μια και καλή. Εκτός κι αν η εικόνα της Ελλάδας πια είναι η Πετρούλα! Δηλαδή, ένα μπουρδέλο και μισό…
Ντρέπομαι μα την αλήθεια, που υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, όχι που δεν φωνάζουν, αλλά που δεν ουρλιάζουν. Μα περισσότερο θα περίμενα τόσο από συναδέλφους που κρατούν επίσης τα μικρόφωνά τους δίπλα στην Πετρούλα, όσο και από την Ένωση, να σταματήσουν άμεσα αυτή την φαρσοκωμωδία. Θα περίμενα από το ίδιο το κανάλι να αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης καθώς επίσης και ότι δεν είναι δεν είναι όλα, σόου μπιζ, πρασινοκόκκινα μαλλιά και χυδαιότητα. Σταματήστε να διακωμωδείται την εργασία σας. Την εργασία μας.
Αλλιώς, να δέσουμε όλοι μας μια…πετρούλα στο λαιμό και να πέσουμε στη θάλασσα!
Wednesday, December 01, 2010
Το γράμμα μου στον Άγιο Βασίλη
Αγαπητέ μου Άγιε Βασίλη, αποφάσισα, τώρα που ξέρω ότι προετοιμάζεσαι για την σκληρή εργασία σου στο τέλος του μηνός, να σου γράψω ένα γράμμα με τις δικές μου αιτήσεις. Μπορεί σε λίγες μέρες να κλείνω τα 32 μου χρόνια, μέσα μου όμως αισθάνομαι ακόμη παιδί και αφού είναι έτσι, σκέφτηκα ότι θα μπορούσα και εγώ να ζητήσω κάποια πράγματα.
Εκτός και αν ισχύει αυτό που λένε. Πως…«δεν υπάρχεις». Ας είναι, εμείς οι άνθρωποι ξέρεις καλά, ότι μας αρέσει να πιστεύουμε σε πράγματα που «δεν υπάρχουν».
Μόνο που σήμερα Άγιε Βασίλη αποφάσισα να σου βάλω δύσκολα. Να ζητήσω «δώρα» από αυτά που δεν μπαίνουν στο σακί. Από αυτά που δεν σέρνονται με τάρανδους. Που δεν χρειάζεται να τα μοιράσεις μπαίνοντας σαν…κλέφτης από τις καμινάδες. Εξάλλου σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο, κλέφτες υπάρχουν πολλοί και μπαίνουν πλέον με κάθε τρόπο στα σπίτια μας. Από τα παράθυρα, από τις πόρτες, από την τηλεόραση, από την απέναντι…τράπεζα. Και ξέρεις ε, οι κλέφτες αυτοί δεν πιάνονται. Διότι στις συνειδήσεις των περισσοτέρων, πρόκειται για έντιμους ανθρώπους. Για ανθρώπους που ήρθαν στη γη με το κάλυμμα της δικαιοσύνης και του συνθήματος «ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΥΡΙΟ».
Όχι, όχι, δεν αναφέρομαι σε σένα. Εσύ μπορεί να μην υπάρχεις, αλλά χαρίζεις χαμόγελο και αισιοδοξία. Αυτοί υπάρχουν, χαμογελούν και χαρίζουν μιζέρια. Γι’ αυτό τα φετινά Χριστούγεννα -Άγιε Βασίλη- στην Ελλάδα, δεν θα είναι σαν τα προηγούμενα. Υπάρχει κάτι διαφορετικό στην ατμόσφαιρα. Το κλίμα είναι βαρύ. Και αν πιστέψουμε ότι μας λένε, αυτά που θα έρθουν θα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Πιο δυσβάσταχτα για τον κοσμάκη.
Και φαντάσου ότι ΚΥΡΙΩΣ για τους νέους ανθρώπους ήδη τα πράγματα φαντάζουν «μαύρα και άραχλα».
Τώρα που θα έρθεις προς τα μέρη μας, κάνε και ένα γκάλοπ. Ρώτα απλά έναν νέο, να σου πει τι δουλειά κάνει. 7/10 θα σου απαντήσει άνεργος. Ρώτα τον μετά πως σκέφτεται το μέλλον του σ’ αυτή τη χώρα. 8/10 θα σου πει ότι δεν υπάρχει μέλλον. Και μετά αν θέλεις ρώτα την άποψη του για την οικογένεια. 10/10 θα πάρεις την απάντηση…«εδώ δεν μπορώ να συντηρήσω τον εαυτό μου, θα κάνω και οικογένεια;». Έτσι μας κάνανε Billy. Να φοβόμαστε για το αύριο που ξημερώνει και που τελικά δεν θα είναι καλύτερο…
Μόνο στο δικό μας το συνάφι Άγιε, τον τελευταίο καιρό ακούς μόνο για απολύσεις εργαζομένων, για συρρίκνωση προσωπικού, για λουκέτα σε εφημερίδες κοκ. Μαύρα όλα.
Τρομοκρατία παντού. «Το σκάσε και κολύμπα» έγινε μέρος της ζωής κάθε ανθρώπου γιατί διαφορετικά «αύριο θα μαζεύεις ρίζες για να φας». Τελευταία μοιάζουμε με τους Εβραίους που ενώ ήξεραν ότι βαδίζουν προς τον θάνατο, ήλπιζαν απλά και μόνο σε ένα καπρίτσιο της τύχης ώστε να μείνουν ζωντανοί. Και όταν αυτό δεν συνέβαινε, οι «ειδικοί» τους κορόιδευαν μέχρι τέλους λέγοντάς, ότι τους πάνε για ντουζ και ξεψείριασμα. Σ’ αυτή τη φάση βρισκόμαστε και εμείς Βασίλη. Μας βάζουν δάχτυλο μέχρι το έντερο και εμείς νομίζουμε πως είναι κλύσμα για να γλιτώσουμε από το φούσκωμα.
Αυτό κι αν βοήθησε μέχρι σήμερα. Ξέρεις πόσο εύκολα σου περιγράφουν πλέον ένα έγκλημα και το «φτιασιδώνουν» με ωραίες λεξούλες έτσι ώστε να φαίνεται «βόλτα στην λιακάδα»; Βάζεις ένα «υπάρχουν λεφτά» ένα «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε», ένα «Βατοπέδι», μία «Siemens», ένα «ΔΝΤ» και μια «χρεοκοπία» και έφτιαξες μια ωραία ιστοριούλα. Έτσι λοιπόν μας έφτασαν στο σημείο αυτό. Στο σημείο μηδέν για την ακρίβεια. Και το χειρότερο; Κανείς δεν αντιδρά. Και πώς να αντιδράσει; Αφού από τους μεγαλύτερους μάθαμε, πως για να επιβιώσεις οπουδήποτε, πρέπει να πατήσεις επί πτωμάτων. Να λες δηλαδή…«από την στιγμή που είμαι βολεμένος, γιατί να τρέξω για τον άλλο;». Δυστυχώς λίγοι είναι αυτοί που βλέπουν ότι αυτό που «χτυπάει» σήμερα τον διπλανό, αύριο θα «χτυπήσει» εσένα.
Για αυτά λοιπόν και άλλα πολλά φέτος θέλω τα εξής δώρα:
1.Να δώσεις ξανά όραμα στον κόσμο
2.Να μας δώσεις πίσω την πίστη στις ικανότητές μας και να χαρίσεις αισιοδοξία για το μέλλον μας.
3.Να διορθώσεις το πολιτικό σύστημα και να στείλεις στο διάολο –γιατί μπορείς να το κάνεις- όλους τους πολιτικούς αυτούς του τόπου
4.Να κατεβάσεις ξανά τον κόσμο στους δρόμους. Όλες οι διεκδικήσεις εκεί κερδίζονται. Να μάθει ξανά ο πολίτης να μάχεται όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για τους δίπλα.
5.Να ρίξεις ένα σκαμπίλι στην γενιά των γονιών μας, που δεν έκαναν τίποτα απολύτως για να αποτρέψουν αυτά που ήρθαν.
6.Να βάλεις «Χ» σε όλους αυτούς που κονόμησαν, που «πήραν» χωρίς να αξίζουν
7.Να δώσεις στον κόσμο δουλειά και εργασιακά δικαιώματα. Γι’ αυτά χύθηκε αίμα και τώρα τα βλέπουμε να χάνονται με τόση ευκολία.
8.Να δημιουργήσεις την αξιοκρατία και να καταργήσεις το «ρουσφέτι»
9.Να βάλεις νου σ’ αυτούς που τρέχουν ακόμη πίσω από τα κόμματα. Που πιστεύουν ακόμη σ’ αυτούς που υποθήκευσαν τα όνειρα μας.
10.Να δημιουργήσεις ένα μέλλον, όπου δεν θα ντρεπόμαστε να «αυξήσουμε» τα μέλη της οικογένειάς μας. Βλέπεις, χωρίς παιδιά και εσύ άνεργος θα μείνεις.
Είδες που σου είπα; Σου έβαλα δύσκολα, το ξέρω. Είπαμε όμως! Εμάς τους ανθρώπους, μας αρέσει να πιστεύουμε σε πράγματα που «δεν υπάρχουν». Και δυστυχώς στα παραπάνω δεν αρκεί μόνο να πιστέψουμε, αλλά και να διεκδικήσουμε.
Καλό ταξίδι…Άγιε
Thursday, October 07, 2010
Πήγαινέ με όπου θέλεις…ταξιτζή

Σ’ αυτή την πόλη που ζούμε και μεγαλώσαμε, υπάρχουν δύο – τρία πράγματα που δεν αλλάζουν στη νοοτροπία των ανθρώπων ότι και να κάνεις. Για παράδειγμα δεν μπορείς να πείσεις κανέναν οδηγό να ξεκολλήσει το χέρι του από την «καταραμένη» κόρνα με το που ανάψει το φανάρι πράσινο, κανένα 75χρονο πεζό να πάει απ’ τη διάβαση, καμιά κοπέλα μικρής ηλικίας να αφήσει το μυστρί στην άκρη διότι δεν χρειάζεται να…σοβατίσει το πρόσωπό της από τα χαράματα και φυσικά κανένα παιδάκι να σκάσει επιτέλους στο λεωφορείο.
Σ’ αυτά αν προσθέσει κανείς τις (ανεξαρτήτου ηλικίας) μεγαλοκοπέλες, που ανοίγουν την ομπρέλα τους και εν’ συνεχεία πάνε κάτω από τα υπόστεγα για να βγάλουν (λαϊκά) κάνα μάτι, το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που δεν λέει να ξεραθεί και το καραβάκι που δεν λέει να βουλιάξει, τον Δήμαρχο (ή αλλιώς «φτερωτό μαλάκα») το Νομάρχη (Λάφινγκ άουτ Λάουντ), το τεράστιο Θερμαϊκό (που είναι τίνγκα στο σκατό), τα ζώα που παρκάρουν μπροστά στο «Σόσιαλ» (που αν εκεί συχνάζουν «Σοσιαλ(ιστές)» εγώ είμαι ο Μπακούνιν) και τα…σκουπιδιάρικα που φρακάρουν την Τσιμισκή μεσημεριάτικα σαν κουράδα τριών ημερών σε τούρκικη τουαλέτα, τότε φτιάχνεις μια «μαγιά» ικανή να αντεπεξέλθει και στο Οκτόμπερφεστ που δεν έχουμε, διότι πολύ απλά μας τα παίρνει όλα ο Δάκης, η Γλυκερία, ο Λουδοβίκος των ηλιθίων, ο Λιδάκης και ο Τσαλίκης στην γιορτή των Αγγέλων.
(Κάπου εδώ ανοίγω μια παρένθεση και καταθέτω προβληματισμό. Μπορεί να μου εξηγήσει ένας Χριστιανός (διότι προφανώς και οι Βουδιστές δεν θα γνωρίζουν) γιατί όταν πεθαίνει κάποιος αφήνουμε το καπάκι της κάσας στην είσοδο; Σημαίνει κάτι; Με την ίδια έννοια εγώ όταν θα πάω για κατούρημα πρέπει να βγάλω το καπάκι της τουαλέτας στο μπαλκόνι;)
Άσχετο! Ας επανέλθω όμως στην τάξη. Σ’ αυτή την πόλη λοιπόν, την τρελή και αλλοπαρμένη ζει μια κάστα ανθρώπων που δρα εντελώς αυτόνομα τις περισσότερες φορές και οδηγεί μπλε αυτοκίνητα. Ναι, σωστά μιλώ για τους ταξιτζήδες.
Επειδή το θέμα το έχω φιλοσοφήσει, θεωρώ πως υπάρχουν πολλών ειδών ταξιτζήδες (αρνούμαι πεισματικά να χρησιμοποιήσω την λέξη «ταρίφας»)! Υπάρχει για παράδειγμα, ο ταξιτζής «Ρούλης», από το Καθαρούλης. Που μπαίνεις στο αμάξι του και ντρέπεσαι να καθίσεις. Υπάρχει όμως και ο ταξιτζής «Ρωμύλος». Από το Βρομύλος. Μπαίνεις μέσα και μπορεί να συναντήσεις δάκο, μουχρίτσα, βρύα, λειχίνες, σκόρο και σκόνη που σε σκοτώνει αλλά ταυτόχρονα σε κάνει και πιο δυνατό. Υπάρχει ο ταξιτζής Γκώνης. Από το Παγκώνεις. Αυτός σε κάνει αναρωτιέσαι. Σε ταξί μπήκα ή σε ψυγείο νόου φρόστ της Γουίρπουλ; Υπάρχει και ο ταξιτζής Μένιος. Από το Ιδρωμένιος. Καλοκαίρι ντάλα ο ήλιος, το θερμόμετρο σπάει στους 7.500 βαθμούς και αυτός κάθεται με κλειστά παράθυρα, χωρίς ερ κοντίσιον που τελειώνει το πετρέλαιο. Αμέσως μετά υπάρχει και ο Γκομένιος. Είναι ο τύπος ταξιτζή που είσαι στην Μητροπόλεως και βιάζεσαι, αλλά εκείνος έχει χρόνο να ανοίξει το παράθυρο για να φωνάξει την παροχυμένη έκφραση…«Φσσσσσσσσσσς τι μωρό είσαι εσύ; Ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σου;» (mercyyyyyyyyy).
Υπάρχει ο ταξιτζής Χεσούς. Στο ταμπλό του, μπορείς να συναντήσεις 45 εικόνες Αγιών, στον καθρέφτη του κρέμονται 3.500 διαβασμένα κομποσκοίνια και ένα κομμάτι από τον τίμιο Σταυρό, μπροστά στον συνοδηγό υπάρχει η ρήση «Μπαμπά μην τρέχεις» και το ράδιο παίζει φυσικά Λυδία – Φιλιππισία (π.χ. κάπνιζα, γαμούσα μέχρι που είδα στον ύπνο μου τον Αϊ – Pod και άλλαξα στάση). Υπάρχει βέβαια και ο Άντι-Κράιστ. Αυτός που στην πρώτη στραβή κατεβάζει τα Χριστοπαναγίδια και τα καντήλια πιο γρήγορα και από καντηλανάφτη μητρόπολης. Υπάρχει και αυτός που ακούει τραγούδια όπως…«το βαπόρι από την Περσία πιάστηκε στην Κορινθία, Κρίμα το μπόι σου καλέ, Η κατάρα μουνα σέρνει τα όνειρά σου, Αμα θα δεις ότι σου λείπω βαλ’ το πορτρέτο μου στον τοίχο κ.ο.κ.)
Ούτε η γκάμα όμως τελειώνει εδώ, ούτε η ιστορία. Υπάρχει κάτι στην ιδιοσυγκρασία αυτών των ανθρώπων που ή το λατρεύεις ή το απεχθάνεσαι. Βλέπετε, οι ταξιτζήδες έχουν το συνήθειο να σου μιλάνε, ακόμα και όταν δεν έχεις όρεξη να μιλήσεις ούτε στη μάνα σου. Τότε βέβαια, θα γίνει και η ερώτηση-κλειδί που θα σε αιφνιδιάσει. «Φίλε γαμάς καθόλου τελευταία;» Το πρώτο χτύπημα σε ζαλίζει, αλλά δεν σε ρίχνει στα σκοινιά γιατί ακολουθεί στη συνέχεια ένα μπαράζ χτυπημάτων. «Ξέρεις γιατί σε ρωτάω; Να γιατί εγώ έχω μπλέξει με μια πιτσιρίκα που με έχει πάρει το μυαλό. Βγαίνουμε περνάμε καλά, αλλά δεν με καταλαβαίνει. Συνέχεια μου ζητάει πράγματα και εγώ δεν μπορώ να αντεπεξέλθω». Νόμιζες ότι μέσα σε τρεις φράσεις τα έχεις ακούσει όλα και κάνεις την καρδιά σου πέτρα να δώσεις μια απάντηση, χωρίς να γνωρίζεις τι θα επακολουθήσει. «Φίλε τότε άστη. Δεν κάνει για σένα. Βρες μια άλλη». «Αυτό θα κάνω» σου απαντάει και σε «τελειώνει» με ένα άπερ-κατ: «Δεν λες πάλι καλά που δεν ξέρει τίποτα η γυναίκα μου». ΘΕΟΣ!!!
Κλείνω τούτο εδώ το κείμενο με άλλες δύο κατηγορίες. Αυτή του ταξιτζή «Σε πάω όπου θέλεις». Είσαι για παράδειγμα στην πλατεία Ελευθερίας και σταματάς ταξί: «Που πάτε;» σε ρωτάει ο οδηγός. «Τριανδρία» απαντάς. «Α, πολύ ωραία θα αφήσουμε την κοπέλα στη Νεάπολη και από εκεί σε ‘’πετάω’’». Υπάρχει και αυτός που δεν σου λέει τίποτα, θεωρώντας προφανώς ότι η μέρα σου ήταν δύσκολη, τα προβλήματά που αντιμετωπίζεις πολλά, οπότε μια βόλτα στην πόλη θα σου κάνει καλό, αν και θα σου κοστίσει κάτι παραπάνω. Αν πέσει ωστόσο «μέσα» στην πρόβλεψή του, τότε εσύ σίγουρα θα θέλεις να σιγοψιθυρίσεις το τραγουδάκι…«πήγαινε με όπου θέλεις ταξιτζή». Σε όλους μας έχει τύχει άλλωστε.
ΥΓ: Το κείμενο έχει τόνο χιουμοριστικό, αλλά επειδή πάντα υπάρχει κάποιος που θα σου σπάσει το @ρχίδι, πρέπει να τονίσω ότι έχει τόνο χιουμοριστικό.
ΥΓ2: Συμπαθώ τους ταξιτζήδες αυτής της πόλης, διότι ο Θεός δεν μου χάρισε ένα…αυτοκίνητο, άρα συναναστρέφομαι καθημερινά μαζί τους και συχνά τους ανοίγω κουβέντα.
ΥΓ3: Θείο συγνώμη!!!!!
Thursday, May 06, 2010
Σκατά σε όλους μας!

Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, γιατί χρόνια τώρα είχαν το θάρρος να ξεζουμίζουν τον λαό, χωρίς ποτέ να ξηλώσουν έστω και ένα εξάρτημα του νοσηρού συστήματός τους. Αυτό της «λαμογιάς», της μίζας, του «βατοπεδίου», της «Siemens», των συμφωνιών κάτω από το τραπέζι…
Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, γιατί υποθήκευσαν και συνεχίζουν να υποθηκεύουν το μέλλον το δικό μου, των παιδιών που μεγαλώνουν και των επόμενων γενιών που έρχονται, με τρόπο ξεδιάντροπο, ξετσίπωτο…
Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, ανεξαρτήτως κόμματος, διότι στο βωμό της ψηφοθηρίας, δεν δίστασαν να κάνουν τα μεγαλύτερα «εγκλήματα». Στην συνείδησή μου θα είναι για πάντα ένοχοι…
Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, γιατί «ανακάλυψαν» σε μία νύκτα όλους αυτούς που σκότωναν τυφλά, αθώα θύματα, αλλά την δική τους «γιάφκα» στην βουλή την διατηρούν σε άριστη κατάσταση…
Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, γιατί ποτέ κανένας τους δεν είπε την αλήθεια στον ΛΑΟ, γιατί κάτω από τα ψεύτικα χαμόγελά τους, κρύβονται τα πιο αιμοσταγή πρόσωπα…
Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, γιατί μιλούν την «ξύλινη» γλώσσα, ακόμη και όταν χρειάζεται να ζητήσουν τις μεγαλύτερες θυσίες. Ντροπή σας ρε…βουλιάξατε τη χώρα στο σκατό και τώρα ζητάτε τον «ναυαγοσώστη» που θα σας λυτρώσει από το κακό που κάνατε…
Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, γιατί με έκαναν να φοβάμαι το «αύριο», πολύ περισσότερο το «μεθαύριο» και να τρέμω για τα επόμενα έτη που έρχονται και εγώ θα βρίσκομαι σε απόγνωση…
Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, γιατί με έδεσαν χειροπόδαρα, με μετέτρεψαν σε γλάστρα ή άνθρωπο ρομπότ ώστε να μένω απαθείς σε κάθε τούβλο που μου πασάρουν. Τους μισώ γιατί παρά τα «εγκλήματα» τους, έχουν ακόμη φανατικούς οπαδούς έτοιμους να συγκαλύψουν την κάθε μαλακία τους, με σαθρά επιχειρήματα, πιόνια ενός φαύλου συστήματος…Αυτούς μα την αλήθεια δεν τους μισώ, τους λυπάμαι…
Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, γιατί δεν με ρώτησαν αν θέλω την ΟΝΕ, αν θέλω Ολυμπιακούς Αγώνες, αν θέλω την Πολιτιστική πρωτεύουσα, αν θέλω να αποτελέσω το «ανάχωμά» τους, για να μπορούν αυτοί να τρων με χρυσά κουτάλια…
Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, μόνο και μόνο γιατί δεν άφησαν χώρο για νέους ανθρώπους. Πιάστηκαν από τις καρέκλες τους και ασέλγησαν σ’ αυτή την «κωλοτρυπίδα» του κόσμου που ονομάζεται Ελλάδα…
Μισώ τους πολιτικούς γιατί οι ίδιοι μετέτρεψαν τις τράπεζες σε ένα αδηφάγο θηρίο που δεν χορταίνει με τίποτα…Που έβαλαν τον ΛΑΟ στο τρυπάκι να καταναλώσει, για να του τα πάρει τριπλά και τρίδιπλα στο μέλλον…
Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, που καλλιέργησαν την ξενοφοβία, τον εθνικισμό, τον πατριωτισμό, που υπέθαλψαν στις τάξεις τους μιάσματα της κοινωνίας, που κράτησαν τον Έλληνα όμηρο μπρος στα Εθνικά κρίσιμα ζητήματα, για να μπορούν αυτοί να «κλέβουν» ανενόχλητοι από τα ταμεία δεκάδες εκατομμύρια για άχρηστα οπλικά συστήματα, να προπαγανδίζουν, να προκαλούν το δημόσιο αίσθημα…
Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, γιατί το χέρι του αυτουργού που «σκότωσε» τους τέσσερις της Marfin, το όπλισαν οι ίδιοι. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουν αυτό, τόσο περισσότερο θα νιώσουν πόσο γελοίοι φαίνονται στα μάτια μας για την ντεμέκ ευαισθητοποίησή τους…
Μισώ τους πολιτικούς αυτού του τόπου, γιατί ποτέ δεν το βούλωσαν, γιατί έπρεπε να έχουν τον λόγο πάντα, γιατί ενώ αποδείχτηκαν ανίκανοι, συνεχίζουν να προκαλούν, γιατί ποτέ δεν θα πιάσουν τον παλμό του κόσμου, γιατί η ευαισθησία τους, απέχει ελάχιστα από την υποκρισία τους…
Μισώ εμένα και την γενιά μου, γιατί δεν διεκδίκησα ένα κράτος δικαίου και πρόνοιας, γιατί δεν είχα την δύναμη να μπω στην βουλή και να πετάξω όλα τα αποβράσματα έξω αποδεικνύοντας πόσο λίγοι είναι για μένα, για σένα, για αυτούς, για όλους…
Μισώ εμένα και την γενιά μου, γιατί φύτρωσα σε ένα ίντερνετ καφέ μιλώντας με τις ώρες σε άψυχα υλικά. Γιατί υπέκυψα σε αχρείαστους πειρασμούς, γιατί αποδείχτηκα αδύναμος και δειλός απέναντι στην γενιά που έρχεται, στο ίδιο το παιδί μου, που ίσως έρθει κάποια στιγμή στον κόσμο…
Μισώ εμένα και την γενιά μου, γιατί πίστεψα ότι αγοράζοντας μία «Καγιέν» ή ένα «Μερσέντες» με ένα δάνειο που θα ξεπληρώνω σε όλη μου την ζωή, θα γίνω «κάποιος». Θα μοιάσω σε όλους αυτούς που βλέπω σε ανόητες εκπομπούλες στο Σταρ και στο Αλτερ…
Μισώ εμένα και την γενιά μου, γιατί βλέπω τη ζωή να περνά μπροστά στα μάτια μου, αλλά να μην μπορώ να την αγγίξω γιατί κάποιοι φρόντισαν να απλώσουν συρματόπλεγμα γύρω της…
Μισώ εμένα και την γενιά μου, γιατί πρόδωσα τα ιδανικά μου, πίστεψα λάθος ανθρώπους και τώρα καλούμε να πληρώσω το τίμημα…
Μισώ εμένα και την γενιά μου, που πιστεύει πως με ένα απλό μήνυμα συμπάθειας, οδύνης, θλίψης στο φέισμπουκ, με την συμμετοχή σε ένα γκρουπ ηλιθίων που εκμεταλλεύονται κάθε περίσταση, «καθάρισε» και βγήκε από την υποχρέωση…
Μισώ εμένα και την γενιά μου, γιατί μεγάλωσα πιστεύοντας πως οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι είναι «μαμούχαλοι», «αγέλαστοι», «εργασιομανής», ενώ εγώ πετούσα γαρδένιες στα μπουζούκια. Δεν ήξερα πως και οι ίδιοι είχαν πέσει θύμα μιας πολιτικής που αργά ή γρήγορα θα «κατάπινε» και μένα. Και τώρα να, το έχω μπροστά μου, είμαι πια Ευρωπαίος με τα όλα μου…Σχεδόν καταθλιπτικός μαλάκας, αλλά χωρίς το κράτος που θα προλάβει την αυτοκτονία μου…
Μισώ εμένα και την γενιά μου, γιατί έχω τους μπάτσους που μου αξίζουν…Αυτούς που σκοτώνουν την δική τους τρομοκρατία τραβώντας κοπελίτσες από τα μαλιά, σκοτώνοντας 15χρονα, κλωτσώντας συνταξιούχους, ρίχνοντας χημικά στα μούτρα ανθρώπων που πρόσφεραν κάτι σ’ αυτό το κωλοχανείο μας…
Μισώ εμένα και την γενιά μου, που δεν σπάει στο ξύλο τον κάθε μαλάκα που παίζει ένα μικρό ρολάκι στο σύστημα…Τα ακούς γνωστή – άγνωστη εγκληματική λινάτσα; Φόρα την κουκούλα σου και πήγαινε πες τους, ότι τα κατάφερες…Για άλλη μια φορά κουκούλωσες την διαμαρτυρία μου
Μισώ εμένα και το σινάφι μου, τους δημοσιογράφους, γιατί χθες έσπασε η απεργία προκειμένου να ενημερωθεί ο κόσμος για τα γεγονότα και τελικά το μόνο που μάθαμε –εκτός από το μακρύ και το κοντό του καθενός- ήταν πως ήταν μια «μαύρη μέρα» για την Δημοκρατία. Χθες, που δεν ήθελα να δω κανέναν πολιτικό, παρέλασαν όλοι από τα παράθυρα να χύσουν τα κροκοδείλια δάκρυα τους. Αίμα, πόνος, θλίψη γιατί αυτά πουλάνε και κανένας στον τάκο…Καμία κριτική στους πραγματικούς ενόχους…
Λυπάμαι κύριοι αλλά για μια ακόμη φορά ασελγήσαμε και πάλι πάνω στα τέσσερα πτώματα των εργαζομένων της ΜΑΡΦΙΝ, όπως συνέβη και στο παρελθόν…
Για μια ακόμη φορά υποκριθήκαμε και την υποκρισία αυτή, θα την βρούμε σύντομα και πάλι μπροστά μας… Και τότε να είστε έτοιμοι, να βάλετε τη μάσκα με τα ψεύτικα δάκρυα
Μπορείτε να μου αφαιρέσετε οποιοδήποτε δικαίωμα, αλλά δεν μπορείτε να με αναγκάσετε να σταματήσω να μισώ…
Οδηγοί της ελπίδας μου ΟΛΟΙ οι νεκροί...
Wednesday, November 18, 2009
Χιμπατζήδες από την Τανγκανίκα

«Ο Στέφανος εξακολουθεί να ζηλεύει τον Τζώρτζη και κρατάει μούτρα στην Ελπίδα, που προσπαθεί να τον καθησυχάσει. Ο Φάνης δωρίζει στην Τόνια ένα ρούχο για το μωρό…». Όχι, όχι μην πανικοβάλλεστε δεν σκοπεύω να γράψω μυθιστόρημα. Απλώς, οι παραπάνω «ήρωες» Στέφανος, Τζώρτζης, Ελπίδα, Φάνης, Τόνια ανήκουν στην πρωτότυπη σαπουνοσειρά του “Mega” «Η ζωή της άλλης» που σπάει τα μηχανάκια της AGB, τα ταμεία, τα νεύρα και τα @ρχίδι@ μας καθημερινά.
Αυτοί ήταν ίσως και οι μοναδικοί «ήρωες» που αναδείχθηκαν χθες από την τηλεόραση της χώρας, οι οποίοι μάλιστα καθήλωσαν χιλιάδες νέους, γέρους, θείτσες, μεσήλικες, υπερήλικες, νεογνά, ανθρώπους με άποψη και μη, γιατί όπως έχουν πει και τα ημισκούμπρια «αυτό προστάζει η μόδα».
Οι άλλοι οι «ήρωες» οι…ξεθωριασμένοι του 73’ του 114, του «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία», του «Δώστε τη Χούντα στον Λαό», μα πιο πολύ του «βλέπεις σήμερα βέρα στο δεξί, γιατί εγώ το πάλεψα να βλέπεις» είχαν πέντε, άντε δέκα λεπτά τηλεοπτικής προβολής σε ένα χαμένο κομμάτι της εκπομπής του Λαζόπουλου και κάτι εκπομπούλες της πλάκας για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι. Φέτος δεν είχε Κούνδουρο, ούτε Καβουκίδη. Δεν είχε Ρίτσο, ούτε Λοίζο. Δεν είχε Ξυλούρη, Γαργανουράκη ή Φαραντούρη.
Είχε τους Παπανδρέου και Σαμαρά (ποιοοοοοοοοοοοον;) να στέλνουν το μήνυμά τους άκουσον-άκουσον για το Πολυτεχνείο, είχε λίγο πετροπόλεμο στην οδό Τοσίτσα και καθαρίσαμε…
Έτσι πέρασε η χθεσινή μέρα μνήμης. Διότι η χθεσινή εξέγερση, δεν γιορτάζετε με στρατιωτική παρέλαση για να κάνουν λεζάντα οι κουφάλες της χώρας. Δεν προσφέρεται για κομματικό όφελος. Οι περισσότεροι εξάλλου, από αυτούς που σήμερα αποτελούν την αφρόκρεμα της πολιτικής σκηνής της χώρας μας, την περίοδο εκείνη, έπιναν εσπρέσο σε σαλέ στην Ελβετία ή σε μπιστρό του Παρισιού. Άλλοι πάλι, θεωρούν πως η είσοδος του τανκς, οι νεκροί, η θυσία, η μαγεία του γεγονότος είναι προϊόν μοντάζ και όχι ωμή πραγματικότητα. Έτσι τους βολεύει, έτσι λένε…
Τα βαρέθηκε όμως ο λαός εκείνα, τα μαλλιαρά και άπλυτα «τσογλάνια», που πρόταξαν τα στήθη τους μπροστά στον τύραννο. Βαρέθηκε ο λαός να μαθαίνει για τον Παναγούλη, τα βασανιστήρια, να θυμάται τις μαύρες σελίδες της ιστορίας. Τώρα θέλει άλλα. Πιο σικάτα. Τώρα που κερδίσαμε, το Ψωμί, την Παιδεία και την Ελευθερία, δώστε «Νεξτ τοπ Μόντελ» στο λαό. Να δει και ο άμοιρος μικρομεσαίος πως δουλεύει το σύστημα. «Λίγο βυζί και πρασινοκόκκινα μαλλιά» που λένε οι Active Member.Πως έχει αλλάξει μωρέ έτσι τούτο το «μπουρδέλο» που λέγεται κοινωνία; Ποιος δίνει το δικαίωμα στα υποκείμενα του κράτους να καπηλεύονται ο καθένας με τον δικό του τρόπο, αυτό που ανήκει σε όλους;
Μάλλον έπρεπε να παρακολουθήσω το χθεσινό ντοκυμαντέρ της ΕΤ3 «Χιμπατζήδες από την Τανγκανίκα» για να πάρω τις απαντήσεις μου…
Wednesday, November 04, 2009
Το ταξίδι
Την είδα να ξεπροβάλλει μέσα από ένα σύννεφο ομίχλης
Στα μάτια της καθρεφτίζονταν η θλίψη, στο μαύρο της φόρεμα οι σκέψεις
Δεν την άγγιξα, ήθελα μόνο να την κοιτώ να έρχεται προς το μέρος μου
Δεν την πείραξα, ήθελα να αποφασίσει μόνη εάν αυτό που βλέπει μπροστά της ήταν το πεπρωμένο ή η κατάρα της
Δεν με προσπέρασε, στάθηκε μόνο μπροστά μου
Σήκωσε το χέρι και το άπλωσε προς το δικό μου
Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε ίσα τον πόνο της απώλειας
Τότε κατάλαβα! Κατάλαβα πως αυτό το ταξίδι δεν ήθελε να το κάνει μόνη
Και εγώ θαρρείς πως ήμουν έτοιμος από καιρό
Δεν είχα δύναμη να αρνηθώ, δεν το θελα κιόλας
Το ξέρω ότι θα συναντήσουμε κακοκαιρία
Φουρτούνες θα πετάξουν πολλές φορές το πλοίο μας σε ξέρες, μα δεν με νοιάζει
τώρα πια ξέρουμε,
μάθαμε, γευτήκαμε, θυμώσαμε, χωρίσαμε
Έσφιξα το χέρι της με δύναμη, για να μην φύγει ποτέ ξανά μακριά μου
και ένιωσα ξανά την ελπίδα, ότι αυτή τη φορά το ταξίδι μας θα είναι μεγάλο, ίσως και ατελείωτο…
Για σένα, να μου χαμογελάς…
Στα μάτια της καθρεφτίζονταν η θλίψη, στο μαύρο της φόρεμα οι σκέψεις
Δεν την άγγιξα, ήθελα μόνο να την κοιτώ να έρχεται προς το μέρος μου
Δεν την πείραξα, ήθελα να αποφασίσει μόνη εάν αυτό που βλέπει μπροστά της ήταν το πεπρωμένο ή η κατάρα της
Δεν με προσπέρασε, στάθηκε μόνο μπροστά μου
Σήκωσε το χέρι και το άπλωσε προς το δικό μου
Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε ίσα τον πόνο της απώλειας
Τότε κατάλαβα! Κατάλαβα πως αυτό το ταξίδι δεν ήθελε να το κάνει μόνη
Και εγώ θαρρείς πως ήμουν έτοιμος από καιρό
Δεν είχα δύναμη να αρνηθώ, δεν το θελα κιόλας
Το ξέρω ότι θα συναντήσουμε κακοκαιρία
Φουρτούνες θα πετάξουν πολλές φορές το πλοίο μας σε ξέρες, μα δεν με νοιάζει
τώρα πια ξέρουμε,
μάθαμε, γευτήκαμε, θυμώσαμε, χωρίσαμε
Έσφιξα το χέρι της με δύναμη, για να μην φύγει ποτέ ξανά μακριά μου
και ένιωσα ξανά την ελπίδα, ότι αυτή τη φορά το ταξίδι μας θα είναι μεγάλο, ίσως και ατελείωτο…
Για σένα, να μου χαμογελάς…
Friday, October 16, 2009
Υπάρχει λόγος…
Ώρες-ώρες ανακαλύπτεις πως είναι δύσκολο να εκφραστείς ακόμα και μέσα από τον γραπτό λόγο. Υπάρχουν στιγμές για παράδειγμα που θέλω να γράψω ένα κείμενο του στυλ…«ο καφές σου έχει κρυώσει και το ράδιο κλειστό τώρα για μέρες», να πω τον πόνο μου ρε αδερφέ με απλά λόγια (σαν να απευθύνομαι σε 3χρονα όπως λέμε και εις την δημοσιογραφικήν γλώσσαν), αλλά έτσι κινδυνεύω να καταστώ γραφικός, ονειροπόλος, ρομαντικός, θρασύς, κίναιδος, νούμερο και να γελά μαζί μου η μισή οικουμένη…
Γι’ αυτό σήμερα, επιλέγω να γράψω ένα κείμενο χωρίς αρχή και τέλος έχοντας την ελπίδα ότι τουλάχιστον αυτοί που με ξέρουν θα καταλάβουν και αυτοί που δεν με ξέρουν θα με γράψουν στα…φρύδια τους. Απλά τα πράγματα.
Μπάι δε γουέι, χειμώνας μπήκε και αυτή η μουντίλα, το μαύρο του ουρανού, τα πουλιά που πετάνε χαμηλά (αλλά δεν πεθαίνουν τραγουδώντας) πάνω από τα κεραμίδια των παλιών κτιρίων (στα Λαδάδικα ή αλλιώς «Λαλάδικα» όταν το «Βερίκοκο» ζούσε στιγμές δόξας) με τα δορυφορικά τους πιάτα (γιατί τι νόημα έχει να ζεις, αν δεν μπορείς να δεις ειδήσεις στη γλώσσα των Σουαχίλι και μπάλα στο Αλ Τζαζίρα;) να στέκουν αγέρωχα στις ταράτσες εμένα μου αρέσει.
Εξάλλου τι μας έμεινε σ’ αυτή τη ζωή; Λίγα πράγματα. Και το συναίσθημα του να μπορείς να απολαμβάνεις τη στοιχειώδη θέα ενός ολόκληρου τετραγώνου στο κέντρο, χωρίς να σε τυφλώνουν τα ασπρόρουχα της απέναντι νοικοκυράς που μόλις έβαλε μπουγάδα ή να ακούς όλων των ειδών τις «πορδές» από τον φωταγωγό επειδή ο…«από πάνω» ξέχασε να κλείσει το παραθυράκι της τουαλέτας είναι εξαιρετικό.
Μου αρέσει να μεταφέρω εικόνες της πόλης. Και ειδικά αυτής της πόλης που μοιάζει με ένα κράμα τσιμέντου, που περιστοιχίζεται από μια θάλασσα…σκατών η οποία φτάνει μέχρι την Κατερινή (κι ακόμα παραπέρα) καθώς επίσης και από βουνά που ίσα-ίσα μπορείς να διακρίνεις τις κορυφές τους, διότι οι κεραίες της κινητής τηλεφωνίας και οι διαφημιστικές πινακίδες «Πτι-μπερ Παπαδόπουλου» εμποδίζουν έστω και τη νοητή…επιστροφή μας στη φύση.
Να το πάλι! Συνέλαβα τον εαυτό μου να γράφει ρομαντικά! Σαν τα στάτους στο…προσωποβιβλίο (ή Facebook Αγγλιστί) μόλις αλλάζουν οι εποχές. «Ω, έπεσε η πρώτη φθινοπωρινή βροχούλα» γράφει κάποιος, «Ω η πρώτη ζέστη έφτασε, φεύγω για παραλία» γράφει κάποιος άλλος. «Στα παπάρια μας ρε, εμείς που ζούμε; Στη Γουαδελούπη; Δεν το αντιληφθήκαμε;» αναρωτιέμαι εγώ.
Παρεμπιπτόντως, η ιστορία του Facebook έχει πολύ ζουμί (περισσότερο και από την γριά την κότα). Τώρα βέβαια θα μου πείτε «κάτσε ρε φίλε. Εσύ κράζεις καλά – καλά, αλλά όλη μέρα μέσα είσαι» και θα έχετε και δίκιο. Εγώ δεν διαφωνώ 100% με αυτούς που μπαίνουν, διαφωνώ με την…Όλγα Καρακιτσάνογλου που θα βάλει 750.000 φωτογραφίες είτε με την σχέση της γιατί ο Κώστας Κουκλουξκλανίδης «Είναι το μωρουλίνι μου!», είτε για να αναφωνήσουμε όλοι μαζί «ΩΩΩωω, είσαι Θεά» με αποτέλεσμα η μοναδική φωτογραφία που δεν θα ανέβει, είναι την ώρα που χέζει.
Από την άλλη πλευρά ο Γιάννης Κολομπαρίδης, θα κάνει 35.000 τεστάκια, είτε για να διαπιστώσει αν θα έχει τύχη σήμερα, είτε για να μάθει με ποιον σελέμπριτι θα βγει ραντεβού. Ενίοτε μάλιστα θα αρχίσει να μιλάει και στο ίδιο το «Facebook». «Μώρε τι μας λες; Χαζόφείσμπουκ που έχω μόνο 1% τύχη σήμερα» ή «ΑΑΑΑΑΑΑΑ δεν θα βγω από το σπίτι σήμερα». Καταντήσαμε να μιλάμε σε πρόσωπα που δεν υπάρχουν και να καθορίζεται η διάθεση μας από ένα πρόγραμμα που δεν…μας έχει δει ποτέ του, που δεν μας ξέρει. Ώρες – ώρες αισθάνομαι ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος με τέτοιο τρόπο που απλά περιμένει να του πει κάποιος τι να κάνει, για να το κάνει. Έστω κι αν αυτός ο κάποιος απλά δεν υπάρχει. Πως το είχε πει ο Όργουελ στο 1984; «Η εξουσία δεν είναι μέσο, είναι αυτοσκοπός. Το αντικείμενο της εξουσίας είναι η εξουσία» Αυτό.
Ωπ! Τι βλέπω τώρα από το παράθυρο; Μια κυρία προσπαθεί να διασχίσει την θρυλική οδό Τσιμισκή. Από την όψη της, μπορείς να καταλάβεις ότι πρόλαβε την κατοχή, τα Δεκεμβριανά, τον εμφύλιο, την χούντα και την μεταπολίτευση. Κι όμως δεν πάει από το φανάρι. Την είδε «Χουλκ». Κάνει ένα βήμα μπροστά και εκτός από τα αυτοκίνητα, προσπαθεί να αποφύγει ένα «δάσος» από απλωμένες παλάμες όπως επίσης και φράσεις της «γαλλικής» διαλέκτου του στυλ: «Που πας μωρή μαλάκο;» ή «Άντε πάνε πέθανε σκατόγρια». Δεν την πειράζει όμως. Αυτή θα περάσει, γιατί τελικά δεν την νοιάζει να κάνει το σωστό και να πάει από την διάβαση, όπως δεν ενδιαφέρει και τους υπόλοιπους να τις φερθούν κόσμια. Υπάρχουν στιγμές που έχω την εντύπωση πως αν η ανθρώπινη ζωή δεν είχε αξία, οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας θα ζούσαν σε καταφύγια.
Ας είναι! Θα συνεχίσουμε να ζούμε σ’ αυτή την πόλη με τους ταρίφες που σε πηγαίνουν εκεί που θέλεις έχοντας την εντύπωση πως όλοι είναι τουρίστες ή κατέβηκαν από το βουνό, τις θείτσες που περπατάν με τις ομπρέλες κάτω από τα υπόστεγα και δεν τις νοιάζει αν θα σου βγάλουν το μάτι, με τις άλλες που αφήνουν το κατοικίδιό τους να κάνει την ανάγκη του όπου γουστάρει (πρόσφατα είδα έναν από αυτούς να κατουρά σε διαφημιζόμενη γλάστρα ανθοπωλείου) και αυτούς που τους ενοχλεί ακόμη και ο αέρας που αναπνέουμε.
Για όσους δεν το κατάλαβαν, τις τελευταίες μέρες είμαι ένας από αυτούς. Ήθελα κάπου να τα πω, να κράξω, γιατί τελευταία με ενοχλούν όλα. Και βρήκα το blog μου. Αν ήθελα να αυτοκτονήσω θα χρησιμοποιούσα τον ποδηλατόδρομο!
Γι’ αυτό σήμερα, επιλέγω να γράψω ένα κείμενο χωρίς αρχή και τέλος έχοντας την ελπίδα ότι τουλάχιστον αυτοί που με ξέρουν θα καταλάβουν και αυτοί που δεν με ξέρουν θα με γράψουν στα…φρύδια τους. Απλά τα πράγματα.
Μπάι δε γουέι, χειμώνας μπήκε και αυτή η μουντίλα, το μαύρο του ουρανού, τα πουλιά που πετάνε χαμηλά (αλλά δεν πεθαίνουν τραγουδώντας) πάνω από τα κεραμίδια των παλιών κτιρίων (στα Λαδάδικα ή αλλιώς «Λαλάδικα» όταν το «Βερίκοκο» ζούσε στιγμές δόξας) με τα δορυφορικά τους πιάτα (γιατί τι νόημα έχει να ζεις, αν δεν μπορείς να δεις ειδήσεις στη γλώσσα των Σουαχίλι και μπάλα στο Αλ Τζαζίρα;) να στέκουν αγέρωχα στις ταράτσες εμένα μου αρέσει.
Εξάλλου τι μας έμεινε σ’ αυτή τη ζωή; Λίγα πράγματα. Και το συναίσθημα του να μπορείς να απολαμβάνεις τη στοιχειώδη θέα ενός ολόκληρου τετραγώνου στο κέντρο, χωρίς να σε τυφλώνουν τα ασπρόρουχα της απέναντι νοικοκυράς που μόλις έβαλε μπουγάδα ή να ακούς όλων των ειδών τις «πορδές» από τον φωταγωγό επειδή ο…«από πάνω» ξέχασε να κλείσει το παραθυράκι της τουαλέτας είναι εξαιρετικό.
Μου αρέσει να μεταφέρω εικόνες της πόλης. Και ειδικά αυτής της πόλης που μοιάζει με ένα κράμα τσιμέντου, που περιστοιχίζεται από μια θάλασσα…σκατών η οποία φτάνει μέχρι την Κατερινή (κι ακόμα παραπέρα) καθώς επίσης και από βουνά που ίσα-ίσα μπορείς να διακρίνεις τις κορυφές τους, διότι οι κεραίες της κινητής τηλεφωνίας και οι διαφημιστικές πινακίδες «Πτι-μπερ Παπαδόπουλου» εμποδίζουν έστω και τη νοητή…επιστροφή μας στη φύση.
Να το πάλι! Συνέλαβα τον εαυτό μου να γράφει ρομαντικά! Σαν τα στάτους στο…προσωποβιβλίο (ή Facebook Αγγλιστί) μόλις αλλάζουν οι εποχές. «Ω, έπεσε η πρώτη φθινοπωρινή βροχούλα» γράφει κάποιος, «Ω η πρώτη ζέστη έφτασε, φεύγω για παραλία» γράφει κάποιος άλλος. «Στα παπάρια μας ρε, εμείς που ζούμε; Στη Γουαδελούπη; Δεν το αντιληφθήκαμε;» αναρωτιέμαι εγώ.
Παρεμπιπτόντως, η ιστορία του Facebook έχει πολύ ζουμί (περισσότερο και από την γριά την κότα). Τώρα βέβαια θα μου πείτε «κάτσε ρε φίλε. Εσύ κράζεις καλά – καλά, αλλά όλη μέρα μέσα είσαι» και θα έχετε και δίκιο. Εγώ δεν διαφωνώ 100% με αυτούς που μπαίνουν, διαφωνώ με την…Όλγα Καρακιτσάνογλου που θα βάλει 750.000 φωτογραφίες είτε με την σχέση της γιατί ο Κώστας Κουκλουξκλανίδης «Είναι το μωρουλίνι μου!», είτε για να αναφωνήσουμε όλοι μαζί «ΩΩΩωω, είσαι Θεά» με αποτέλεσμα η μοναδική φωτογραφία που δεν θα ανέβει, είναι την ώρα που χέζει.
Από την άλλη πλευρά ο Γιάννης Κολομπαρίδης, θα κάνει 35.000 τεστάκια, είτε για να διαπιστώσει αν θα έχει τύχη σήμερα, είτε για να μάθει με ποιον σελέμπριτι θα βγει ραντεβού. Ενίοτε μάλιστα θα αρχίσει να μιλάει και στο ίδιο το «Facebook». «Μώρε τι μας λες; Χαζόφείσμπουκ που έχω μόνο 1% τύχη σήμερα» ή «ΑΑΑΑΑΑΑΑ δεν θα βγω από το σπίτι σήμερα». Καταντήσαμε να μιλάμε σε πρόσωπα που δεν υπάρχουν και να καθορίζεται η διάθεση μας από ένα πρόγραμμα που δεν…μας έχει δει ποτέ του, που δεν μας ξέρει. Ώρες – ώρες αισθάνομαι ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος με τέτοιο τρόπο που απλά περιμένει να του πει κάποιος τι να κάνει, για να το κάνει. Έστω κι αν αυτός ο κάποιος απλά δεν υπάρχει. Πως το είχε πει ο Όργουελ στο 1984; «Η εξουσία δεν είναι μέσο, είναι αυτοσκοπός. Το αντικείμενο της εξουσίας είναι η εξουσία» Αυτό.
Ωπ! Τι βλέπω τώρα από το παράθυρο; Μια κυρία προσπαθεί να διασχίσει την θρυλική οδό Τσιμισκή. Από την όψη της, μπορείς να καταλάβεις ότι πρόλαβε την κατοχή, τα Δεκεμβριανά, τον εμφύλιο, την χούντα και την μεταπολίτευση. Κι όμως δεν πάει από το φανάρι. Την είδε «Χουλκ». Κάνει ένα βήμα μπροστά και εκτός από τα αυτοκίνητα, προσπαθεί να αποφύγει ένα «δάσος» από απλωμένες παλάμες όπως επίσης και φράσεις της «γαλλικής» διαλέκτου του στυλ: «Που πας μωρή μαλάκο;» ή «Άντε πάνε πέθανε σκατόγρια». Δεν την πειράζει όμως. Αυτή θα περάσει, γιατί τελικά δεν την νοιάζει να κάνει το σωστό και να πάει από την διάβαση, όπως δεν ενδιαφέρει και τους υπόλοιπους να τις φερθούν κόσμια. Υπάρχουν στιγμές που έχω την εντύπωση πως αν η ανθρώπινη ζωή δεν είχε αξία, οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας θα ζούσαν σε καταφύγια.
Ας είναι! Θα συνεχίσουμε να ζούμε σ’ αυτή την πόλη με τους ταρίφες που σε πηγαίνουν εκεί που θέλεις έχοντας την εντύπωση πως όλοι είναι τουρίστες ή κατέβηκαν από το βουνό, τις θείτσες που περπατάν με τις ομπρέλες κάτω από τα υπόστεγα και δεν τις νοιάζει αν θα σου βγάλουν το μάτι, με τις άλλες που αφήνουν το κατοικίδιό τους να κάνει την ανάγκη του όπου γουστάρει (πρόσφατα είδα έναν από αυτούς να κατουρά σε διαφημιζόμενη γλάστρα ανθοπωλείου) και αυτούς που τους ενοχλεί ακόμη και ο αέρας που αναπνέουμε.
Για όσους δεν το κατάλαβαν, τις τελευταίες μέρες είμαι ένας από αυτούς. Ήθελα κάπου να τα πω, να κράξω, γιατί τελευταία με ενοχλούν όλα. Και βρήκα το blog μου. Αν ήθελα να αυτοκτονήσω θα χρησιμοποιούσα τον ποδηλατόδρομο!
Friday, October 09, 2009
E-mail από έναν άγνωστο...
Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους μου έστειλαν chain letters για τους εξής λόγους:
1. Σταμάτησα να πίνω coca-cola αφού έμαθα ότι χρησιμοποιείται για να καθαρίζουν τους λεκέδες στα WC.
2. Δεν πάω πλέον σινεμά για να μη κάτσω σε κάθισμα που ίσως έχει καρφίτσα που να φέρει τον ΙΟ του AIDS
3. Μυρίζω άσχημα αφού δεν βάζω αποσμητικό γιατι προκαλεί καρκίνο.
5. Δεν έχω πια κινητό, πέταξα το ασήρματο, χάρησα το laptop μου για να αποφύγω όλη αυτή την ακτινοβολία που θα μου προκαλούσε καρκίνο. Επίσης ευτυχώς που έμαθα πως κ το πιστολάκι βγάζει ακτινοβολία. Τώρα στεγνώνω τα μαλλιά μου στο αερόθερμο.
6. Δεν πίνω ποτά από τενεκεδάκι γιατι πλέον ξέρω πως μπορούν να μου προκαλέσουν πολλές ασθένειες.
7.Σταμάτησα το κάπνισμα. Δεν βγαίνω σε καφετέριες, Bar, Club κ τέτοιους δημόσιους χώρους γιατί ο καπνός των άλλων με βλάπτει πολύ περισσότερο.
8. Δεν έχω πια αυτοκίνητο, μετακινούμαι με ποδήλατο αφού αυτό δεν βλάπτει το περιβάλλον.
9. Κατέθεσα όλες μου τις οικονομίες στο λογαριασμό της Amy Bruce, που είναι άρρωστη στο νοσοκομείο για 200στή περίπου φορά. Είναι επίσης αξιοθαύμαστο ότι αυτό το παιδί είναι 8 χρονών από το 1995!!!
10. Έγραψα το όνομα μου περίπου 3000 φορές σε μια λίστα για να σώσω ένα σπάνιο είδος σκίουρου.
11. Μου είπαν γύρω στις 170 φορές ότι το MSN θα έκλεινε το λογαριασμό του e-mail μου.
12.Ανακάλυψα πόσο σκληρος είμαι αφου δεν θέλω να βοηθήσω την Αmy Stfoudensten η οποία πάσχει απο λέπρα , εχει 3 πόδια 4 μάτια και μια ουρά.
13. Έχω 3000 χρόνια με κακή τύχη και έχω πεθάνει 67
φορές από τα Chain Letters που μου έστειλαν.
Ευχαριστώ όλους.
Βαθύτατα.
Προσοχή!!!! Πλέον δεν μπορείς να σταματήσεις !! 'Εχεις διαβάσει το μήνυμα
ΑΝ ΔΕΝ ΣΤΕΙΛΕΙΣ ΤΟ ΠΙΟ ΠΑΝΩ E-MAIL ΣΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ 10 ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΣΕ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 850.000 ΑΤΟΜΑ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΕΝΑΣ ΜΠΛΕ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΠΟΥ ΖΟΥΝΕ ΣΤΗΝ ΩΚΕΑΝΙΑ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΑ ΦΑΕΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΟΥ..ΑΥΡΙΟ ΣΤΙΣ 17:30! ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ ΔΕ ΘΑ ΤΟΥ ΦΤΑΣΕΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΦΑΕΙ Κ ΤΗ ΜΕΡΕΝΤΑ ΣΟΥ!!!
1. Σταμάτησα να πίνω coca-cola αφού έμαθα ότι χρησιμοποιείται για να καθαρίζουν τους λεκέδες στα WC.
2. Δεν πάω πλέον σινεμά για να μη κάτσω σε κάθισμα που ίσως έχει καρφίτσα που να φέρει τον ΙΟ του AIDS
3. Μυρίζω άσχημα αφού δεν βάζω αποσμητικό γιατι προκαλεί καρκίνο.
5. Δεν έχω πια κινητό, πέταξα το ασήρματο, χάρησα το laptop μου για να αποφύγω όλη αυτή την ακτινοβολία που θα μου προκαλούσε καρκίνο. Επίσης ευτυχώς που έμαθα πως κ το πιστολάκι βγάζει ακτινοβολία. Τώρα στεγνώνω τα μαλλιά μου στο αερόθερμο.
6. Δεν πίνω ποτά από τενεκεδάκι γιατι πλέον ξέρω πως μπορούν να μου προκαλέσουν πολλές ασθένειες.
7.Σταμάτησα το κάπνισμα. Δεν βγαίνω σε καφετέριες, Bar, Club κ τέτοιους δημόσιους χώρους γιατί ο καπνός των άλλων με βλάπτει πολύ περισσότερο.
8. Δεν έχω πια αυτοκίνητο, μετακινούμαι με ποδήλατο αφού αυτό δεν βλάπτει το περιβάλλον.
9. Κατέθεσα όλες μου τις οικονομίες στο λογαριασμό της Amy Bruce, που είναι άρρωστη στο νοσοκομείο για 200στή περίπου φορά. Είναι επίσης αξιοθαύμαστο ότι αυτό το παιδί είναι 8 χρονών από το 1995!!!
10. Έγραψα το όνομα μου περίπου 3000 φορές σε μια λίστα για να σώσω ένα σπάνιο είδος σκίουρου.
11. Μου είπαν γύρω στις 170 φορές ότι το MSN θα έκλεινε το λογαριασμό του e-mail μου.
12.Ανακάλυψα πόσο σκληρος είμαι αφου δεν θέλω να βοηθήσω την Αmy Stfoudensten η οποία πάσχει απο λέπρα , εχει 3 πόδια 4 μάτια και μια ουρά.
13. Έχω 3000 χρόνια με κακή τύχη και έχω πεθάνει 67
φορές από τα Chain Letters που μου έστειλαν.
Ευχαριστώ όλους.
Βαθύτατα.
Προσοχή!!!! Πλέον δεν μπορείς να σταματήσεις !! 'Εχεις διαβάσει το μήνυμα
ΑΝ ΔΕΝ ΣΤΕΙΛΕΙΣ ΤΟ ΠΙΟ ΠΑΝΩ E-MAIL ΣΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ 10 ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΣΕ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 850.000 ΑΤΟΜΑ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΕΝΑΣ ΜΠΛΕ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΠΟΥ ΖΟΥΝΕ ΣΤΗΝ ΩΚΕΑΝΙΑ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΑ ΦΑΕΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΟΥ..ΑΥΡΙΟ ΣΤΙΣ 17:30! ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ ΔΕ ΘΑ ΤΟΥ ΦΤΑΣΕΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΦΑΕΙ Κ ΤΗ ΜΕΡΕΝΤΑ ΣΟΥ!!!
Tuesday, September 15, 2009
Ο σκύλος…
Στους άγραφους νόμους της ανθρώπινης αλυσίδας, οι δυνατοί τα βάζουν με τους ανίσχυρους. Μέσα σ’ αυτή την αλυσίδα, μάθαμε πως ο «μπάτσος» έχει την εξουσία, ο δικαστής την κρίση, ο δάσκαλος την βέργα. Μάθαμε να βάζουμε τις σκέψεις μας και τα συναισθήματά μας σε «καλούπια», γιατί κάποιος μας είπε «πρέπει». Μάθαμε να βαράμε στο ψαχνό, γιατί μια συγνώμη δεν φτάνει. Μάθαμε να πληγώνουμε ανθρώπους, επειδή σώνει και καλά η μαλακισμένη η «φύση» μας είναι τέτοια. Μάθαμε να μην βάζουμε φρένο, σε οτιδήποτε έχει αξία. Σ’ οτιδήποτε θέλουμε να αλλάξουμε και πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε, είπαμε «ωχ αδερφέ, εγώ θα αλλάξω τον κόσμο». Για όλα αυτά που μας «χάλασαν» φτιάξαμε έτσι τον εαυτό μας, ώστε να δείχνουμε πως ξεπερνούμε την όποια κατάσταση και ας μην την ξεπεράσαμε ποτέ. Κανείς ποτέ δεν φώναξε, «βαρέθηκα τις ηλίθιες μάσκες που φοράτε για να φτιασιδώνετε σώνει και καλά το πρόσωπό σας. Να δείχνετε όμορφοι από έξω, μα τόσο σκάρτοι από μέσα». Μάθαμε να ονομάζουμε μια αυτονόητη πράξη, φιλανθρωπική, να δημιουργούμε ομάδες για να ανήκουμε κάπου, να χτυπάμε αλύπητα για να υποστηρίξουμε το δίκιο μας. Κάναμε μόδα το «αυτό που μπορείς να κάνεις αύριο, κάντο μεθαύριο». Διαλυθήκαμε για να «προστατέψουμε», καταστραφήκαμε για να διπλασιάσουμε. Ξέρω, ξέρω, οι περισσότεροι από εσάς που θα διαβάσετε αυτές τις γραμμές θα ρωτήσετε τον εαυτό σας. «Ποιος εγώ; Τίποτα από όλα αυτά, δεν κάνω. «Εγώ» τα κάνω όλα καλά. «Εγώ» είμαι έτσι, «εγώ» είμαι αλλιώς». Εγώ –για μένα μιλάω αυτή τη στιγμή- βρήκα δυστυχώς αρκετά στοιχεία του εαυτού μου σ’ αυτό το γραπτό και ειλικρινά ντρέπομαι για αυτόν…Αλήθεια, ο Θεός ή οι αλυσιδωτές εκρήξεις του σύμπαντος, ή οι πίθηκοι ή ότι άλλο σκατά μας δημιούργησε νιώθει περήφανος για το αποτέλεσμα; Κάτι τέτοιες ώρες θα ήθελα να είμαι…ΣΚΥΛΟΣ
Άντε γαμηθείτε…
Άντε γαμηθείτε…
Friday, July 03, 2009
Δύο τραγούδια για έναν Θρύλο
Σαν σήμερα έφυγε από την ζωή ο Τζιμ Μόρισον, ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες -κατά την άποψή μου- που έζησαν ποτέ σ' αυτόν τον κόσμο...Αφιερωμένα λοιπόν σ' αυτόν, δύο από τα αγαπημένα μου τραγούδια του....
THE SEVERED GARDEN
Wow, I'm sick of doubt
Live in the light of certain
South
Cruel bindings.
The servants have the power
Dog-men and their mean women
Pulling poor blankets over
Our sailors
I'm sick of dour faces
Staring at me from the tv
Tower, I want roses in
My garden bower; dig?
Royal babies, rubies
Must now replace aborted
Strangers in the mud
These mutants, blood-meal
For the plant that's plowed.
They are waiting to take us into
The severed garden
Do you know how pale and wanton thrillful
Comes death on a strange hour
Unannounced, unplanned for
Like a scaring over-friendly guest you've
Brought to bed
Death makes angels of us all
And gives us wings
Where we had shoulders
Smooth as raven's
Claws
No more money, no more fancy dress
This other kingdom seems by far the best
Until it's other jaw reveals incest
And loose obedience to a vegetable law.
I will not go
Prefer a feast of friends
To the giant family.
ΤΗΕ ΕΝD
This is the end
Beautiful friend
This is the end
My only friend, the end
Of our elaborate plans, the end
Of everything that stands, the end
No safety or surprise, the end
Ill never look into your eyes...again
Can you picture what will be
So limitless and free
Desperately in need...of some...strangers hand
In a...desperate land
Lost in a roman...wilderness of pain
And all the children are insane
All the children are insane
Waiting for the summer rain, yeah
Theres danger on the edge of town
Ride the kings highway, baby
Weird scenes inside the gold mine
Ride the highway west, baby
Ride the snake, ride the snake
To the lake, the ancient lake, baby
The snake is long, seven miles
Ride the snake...hes old, and his skin is cold
The west is the best
The west is the best
Get here, and well do the rest
The blue bus is callin us
The blue bus is callin us
Driver, where you taken us
The killer awoke before dawn, he put his boots on
He took a face from the ancient gallery
And he walked on down the hall
He went into the room where his sister lived, and...then he
Paid a visit to his brother, and then he
He walked on down the hall, and
And he came to a door...and he looked inside
Father, yes son, I want to kill you
Mother...i want to...fuck you
Cmon baby, take a chance with us
Cmon baby, take a chance with us
Cmon baby, take a chance with us
And meet me at the back of the blue bus
Doin a blue rock
On a blue bus
Doin a blue rock
Cmon, yeah
Kill, kill, kill, kill, kill, kill
This is the end
Beautiful friend
This is the end
My only friend, the end
It hurts to set you free
But youll never follow me
The end of laughter and soft lies
The end of nights we tried to die
Thursday, June 25, 2009
Διαγωνισμός τραγουδιού
Δεν θυμάμαι από πότε έχω να γράψω δύο μέρες συνεχόμενες στο blog μου. Πιθανότατα δεν έχω γράψει ποτέ. Πάντα μου φαινόταν αστείο. Ακόμη θυμάμαι την γνωριμία μου με τον φίλο μου τον Χρήστο (από την Άρτα της Ηπείρου) στην σχολή Δημοσιογραφίας. «Ξέρεις φίλε, έχω και ένα χόμπι. Μ’ αρέσει να γράφω» μου είχε πει και η φράση που μου ήρθε στο μυαλό την οποία του έχω μεταφέρει (βεβαίως, βεβαίως) ήταν απλή, αλλά περιεκτική: «Τι ξενέρωτος μαλάκας είν’ τούτος». Πόσο λάθος είχα κάνει; Ο φίλος μου ο Χρήστος, είναι από τους ανθρώπους που πραγματικά εκτίμησα και πήρα πράγματα από αυτόν, στο διάστημα της φιλίας μας, η οποία μάλιστα αντέχει ακόμα στο πέρασμα των χρόνων και εύχομαι να παραμείνει για πάντα. Διότι όσο και αν δεν το παραδέχεται, παραμένει το ίδιο «τρελός», όσο και «φιλόσοφος».
Το σημερινό κείμενο πάντως, δεν είναι δικό μου. Το δανείζομαι από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Να σου πω μια ιστορία». Αν μπορούσα θα μετέφερα ολόκληρο το βιβλίο, γιατί πραγματικά είναι καταπληκτικό, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Μεταφέρω λοιπόν την ιστορία, που έχει να κάνει με έναν διαγωνισμό τραγουδιού.
«Μίζερος μπορεί να είναι αυτός που στερείται –ή νομίζει ότι στερείται- τα απαραίτητα. Είναι αυτός που χρειάζεται αυτό που δεν έχει για να πάψει να είναι μικροσκοπικός. Είναι αυτός που αρνείται να δώσει, γιατί τα θέλει όλα δικά του. Είναι ο δύστυχος φουκαράς που δεν μπορεί να δει άλλες επιθυμίες, πέρα από τις δικές του».
Ο Χόρχε έμεινε σιωπηλός ανασκαλεύοντας την μνήμη του, κι εγώ βολεύτηκα καλύτερα για να ακούσω όσα ακολούθησαν.
Μια φορά έφτασε στη ζούγκλα μια κουκουβάγια που είχε ζήσει αιχμάλωτη και εξήγησε σε όλα τα ζώα τις συνήθειες των ανθρώπων.
Έλεγε, για παράδειγμα, ότι στις πόλεις ταξινομούσαν τους καλλιτέχνες με βάση τη δεξιοτεχνία τους, με στόχο να ξεχωρίσουν τους καλύτερους σε κάθε τομέα –ζωγραφική, σχέδιο, γλυπτική, τραγούδι…
Η ιδέα να υιοθετήσουν τις ανθρώπινες συνήθειες κέρδισε τα ζώα και ίσως γι’ αυτό οργάνωσαν αμέσως ένα διαγωνισμό τραγουδιού. Δήλωσαν αμέσως συμμετοχή όλοι οι παρόντες, από το καναρίνι μέχρι το ρινόκερο.
Με την καθοδήγηση της κουκουβάγιας που είχε εκπαιδευτεί στην πόλη, αποφάσισαν ότι ο διαγωνισμός θα γινόταν με γενική μυστική ψηφοφορία όλων των διαγωνιζόμενων. Δηλαδή η κριτική επιτροπή, θα ήταν οι ίδιοι οι διαγωνιζόμενοι.
Έτσι κι έγινε. Όλα τα ζώα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, ανέβηκαν στο βάθρο και τραγούδησαν κερδίζοντας ένα μικρό ή μεγάλο χειροκρότημα του κοινού. Μετά, έγραψαν την προτίμησή τους σ’ ένα χαρτάκι και το έριξαν, διπλωμένο, σε μια μεγάλη κάλπη που τη φύλαγε η κουκουβάγια.
Όταν ήρθε η στιγμή της καταμέτρησης, η κουκουβάγια ανέβηκε πάνω στην πρόχειρη σκηνή και, με την βοήθεια δύο ηλικιωμένων πιθήκων, άνοιξε την κάλπη για να βγει το αποτέλεσμα εκείνης της «αδιάβλητης εκλογικής διαδικασίας» της «γενικής και μυστικής ψηφοφορίας» που ήταν «υπόδειγμα δημοκρατίας», όπως είχε ακούσει να λένε οι πολιτικοί στις πόλεις.
Ένας από τους δύο γέροντες τράβηξε το πρώτο ψηφοδέλτιο και η κουκουβάγια, μπρος στην γενική συγκίνηση, φώναξε: «Η πρώτη ψήφος, αδέρφια, είναι για το φίλο μας το…γάιδαρο!»
Έπεσε σιωπή και ακολούθησαν μερικά διστακτικά χειροκροτήματα.
«Δεύτερη ψήφος: Ο Γάιδαρος!»
Γενική σαστιμάρα.
«Τρίτη: Ο Γάιδαρος!»
Οι παρόντες άρχισαν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον, έκπληκτοι στην αρχή, με βλέμμα επιτιμηκό ύστερα και τέλος, όταν συνέχισαν να βγαίνουν οι ψήφοι υπέρ του γαϊδάρου, όλο και πιο ντροπιασμένοι. Αισθάνονταν ένοχοι για την ψήφο τους.
Όλοι ήξεραν ότι δεν υπήρχε χειρότερη φωνή από το απαίσιο γκάρισμα του κι ωστόσο, η μία μετά την άλλη, οι ψήφοι τον εξέλεγαν καλύτερο τραγουδιστή.
Κι έτσι τελικά, μόλις τελείωσε η καταμέτρηση, βγήκε απόφαση ύστερα από «ελεύθερη απόφαση της αδέκαστης επιτροπής κριτών» ότι ο γάιδαρος με το παράτονο και ενοχλητικό γκάρισμα ήταν ο νικητής.
Και ανακηρύχθηκε ως «η καλύτερη φωνή της ζούγκλας και των περιχώρων».
Η κουκουβάγια εξήγησε μετά τι είχε συμβεί. Κάθε διαγωνιζόμενος, θεωρώντας τον εαυτό του αδιαμφισβήτητο νικητή, είχε δώσει την ψήφο του στον χειρότερο του διαγωνισμού, που δεν θα αποτελούσε απειλή για τη νίκη του.
Η εκλογή ήταν σχεδόν ομόφωνη. Μόνο δύο ψήφοι δεν ήταν για τον γάιδαρο. Η μία ήταν η δική του. Επειδή πίστευε ότι δεν είχε τίποτα να χάσει, ψήφισε με ειλικρίνεια τη γαλιάντρα. Η άλλη, ήταν του ανθρώπου, ο οποίος φυσικά είχε ψηφίσει τον…εαυτό του.
«Βλέπεις λοιπόν Ντεμιάν. Αυτό σημαίνει μιζέρια στην κοινωνία μας. Όταν νιώθουμε τόσο σπουδαίοι και δεν αφήνουμε χώρο για τους άλλους, όταν πιστεύουμε ότι αξίζουμε πολλά και δεν μπορούμε να δούμε πέρα από τη μύτη μας, όταν φανταζόμαστε πως είμαστε υπέροχοι και δε δεχόμαστε σε καμιά περίπτωση να μείνει απραγματοποίητη η επιθυμία μας, τότε πολύ συχνά η ματαιοδοξία, η μικροψυχία, η ηλιθιότητα και η ποταπότητα μας κάνουν μίζερους. Όχι εγωιστές, Ντεμιάν, αλλά μίζερους. Μί-ζε-ρους!
Το σημερινό κείμενο πάντως, δεν είναι δικό μου. Το δανείζομαι από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Να σου πω μια ιστορία». Αν μπορούσα θα μετέφερα ολόκληρο το βιβλίο, γιατί πραγματικά είναι καταπληκτικό, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Μεταφέρω λοιπόν την ιστορία, που έχει να κάνει με έναν διαγωνισμό τραγουδιού.
«Μίζερος μπορεί να είναι αυτός που στερείται –ή νομίζει ότι στερείται- τα απαραίτητα. Είναι αυτός που χρειάζεται αυτό που δεν έχει για να πάψει να είναι μικροσκοπικός. Είναι αυτός που αρνείται να δώσει, γιατί τα θέλει όλα δικά του. Είναι ο δύστυχος φουκαράς που δεν μπορεί να δει άλλες επιθυμίες, πέρα από τις δικές του».
Ο Χόρχε έμεινε σιωπηλός ανασκαλεύοντας την μνήμη του, κι εγώ βολεύτηκα καλύτερα για να ακούσω όσα ακολούθησαν.
Μια φορά έφτασε στη ζούγκλα μια κουκουβάγια που είχε ζήσει αιχμάλωτη και εξήγησε σε όλα τα ζώα τις συνήθειες των ανθρώπων.
Έλεγε, για παράδειγμα, ότι στις πόλεις ταξινομούσαν τους καλλιτέχνες με βάση τη δεξιοτεχνία τους, με στόχο να ξεχωρίσουν τους καλύτερους σε κάθε τομέα –ζωγραφική, σχέδιο, γλυπτική, τραγούδι…
Η ιδέα να υιοθετήσουν τις ανθρώπινες συνήθειες κέρδισε τα ζώα και ίσως γι’ αυτό οργάνωσαν αμέσως ένα διαγωνισμό τραγουδιού. Δήλωσαν αμέσως συμμετοχή όλοι οι παρόντες, από το καναρίνι μέχρι το ρινόκερο.
Με την καθοδήγηση της κουκουβάγιας που είχε εκπαιδευτεί στην πόλη, αποφάσισαν ότι ο διαγωνισμός θα γινόταν με γενική μυστική ψηφοφορία όλων των διαγωνιζόμενων. Δηλαδή η κριτική επιτροπή, θα ήταν οι ίδιοι οι διαγωνιζόμενοι.
Έτσι κι έγινε. Όλα τα ζώα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, ανέβηκαν στο βάθρο και τραγούδησαν κερδίζοντας ένα μικρό ή μεγάλο χειροκρότημα του κοινού. Μετά, έγραψαν την προτίμησή τους σ’ ένα χαρτάκι και το έριξαν, διπλωμένο, σε μια μεγάλη κάλπη που τη φύλαγε η κουκουβάγια.
Όταν ήρθε η στιγμή της καταμέτρησης, η κουκουβάγια ανέβηκε πάνω στην πρόχειρη σκηνή και, με την βοήθεια δύο ηλικιωμένων πιθήκων, άνοιξε την κάλπη για να βγει το αποτέλεσμα εκείνης της «αδιάβλητης εκλογικής διαδικασίας» της «γενικής και μυστικής ψηφοφορίας» που ήταν «υπόδειγμα δημοκρατίας», όπως είχε ακούσει να λένε οι πολιτικοί στις πόλεις.
Ένας από τους δύο γέροντες τράβηξε το πρώτο ψηφοδέλτιο και η κουκουβάγια, μπρος στην γενική συγκίνηση, φώναξε: «Η πρώτη ψήφος, αδέρφια, είναι για το φίλο μας το…γάιδαρο!»
Έπεσε σιωπή και ακολούθησαν μερικά διστακτικά χειροκροτήματα.
«Δεύτερη ψήφος: Ο Γάιδαρος!»
Γενική σαστιμάρα.
«Τρίτη: Ο Γάιδαρος!»
Οι παρόντες άρχισαν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον, έκπληκτοι στην αρχή, με βλέμμα επιτιμηκό ύστερα και τέλος, όταν συνέχισαν να βγαίνουν οι ψήφοι υπέρ του γαϊδάρου, όλο και πιο ντροπιασμένοι. Αισθάνονταν ένοχοι για την ψήφο τους.
Όλοι ήξεραν ότι δεν υπήρχε χειρότερη φωνή από το απαίσιο γκάρισμα του κι ωστόσο, η μία μετά την άλλη, οι ψήφοι τον εξέλεγαν καλύτερο τραγουδιστή.
Κι έτσι τελικά, μόλις τελείωσε η καταμέτρηση, βγήκε απόφαση ύστερα από «ελεύθερη απόφαση της αδέκαστης επιτροπής κριτών» ότι ο γάιδαρος με το παράτονο και ενοχλητικό γκάρισμα ήταν ο νικητής.
Και ανακηρύχθηκε ως «η καλύτερη φωνή της ζούγκλας και των περιχώρων».
Η κουκουβάγια εξήγησε μετά τι είχε συμβεί. Κάθε διαγωνιζόμενος, θεωρώντας τον εαυτό του αδιαμφισβήτητο νικητή, είχε δώσει την ψήφο του στον χειρότερο του διαγωνισμού, που δεν θα αποτελούσε απειλή για τη νίκη του.
Η εκλογή ήταν σχεδόν ομόφωνη. Μόνο δύο ψήφοι δεν ήταν για τον γάιδαρο. Η μία ήταν η δική του. Επειδή πίστευε ότι δεν είχε τίποτα να χάσει, ψήφισε με ειλικρίνεια τη γαλιάντρα. Η άλλη, ήταν του ανθρώπου, ο οποίος φυσικά είχε ψηφίσει τον…εαυτό του.
«Βλέπεις λοιπόν Ντεμιάν. Αυτό σημαίνει μιζέρια στην κοινωνία μας. Όταν νιώθουμε τόσο σπουδαίοι και δεν αφήνουμε χώρο για τους άλλους, όταν πιστεύουμε ότι αξίζουμε πολλά και δεν μπορούμε να δούμε πέρα από τη μύτη μας, όταν φανταζόμαστε πως είμαστε υπέροχοι και δε δεχόμαστε σε καμιά περίπτωση να μείνει απραγματοποίητη η επιθυμία μας, τότε πολύ συχνά η ματαιοδοξία, η μικροψυχία, η ηλιθιότητα και η ποταπότητα μας κάνουν μίζερους. Όχι εγωιστές, Ντεμιάν, αλλά μίζερους. Μί-ζε-ρους!
Wednesday, June 24, 2009
Τα νεύρα μου, τα χάπια μου και ένα…ταξί να φύγω

Να λοιπόν που ήρθε η ώρα να ξαναγράψω σε αυτήν εδώ την άγνωστη γωνιά του κυβερνοχώρου. Και ο λόγος προφανής. Έχω τα νεύρα μου (τι πρωτότυπο). Μια φίλη μου, η Κατερίνα (καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται στην ορεινή Αγγλία) πάντα μου έλεγε ότι…«εσύ δεν μπορείς να γράψεις καλά αν δεν είσαι εκνευρισμένος. Αν είσαι μέσα στην τρελή χαρά τα κείμενα σου, είναι για φτύσιμο» (Καλά το τελευταίο δεν το έχει πει έτσι ακριβώς, αλλά η ουσία αυτή είναι). Και πράγματι κάπως έτσι πρέπει να έχουν τα πράγματα.
Αλλά γιατί μου συμβαίνει αυτό; Μην είναι η κρίση των 30; Χριστός (Ανέστη) και Απόστολος (Γκλέτσος), ποτέ δεν με απασχόλησε η ηλικία μου (ασχέτως αν κάποιοι προσπαθούν με νύχια και με δόντια να με πείσουν ότι τώρα θα έπρεπε να παίζω πρέφα σε καφενείο). Απόδειξη του ότι δεν με φοβίζει η ιδέα του θανάτου. Μην είναι το καλοκαίρι που γενικότερα μου την δίνει στα νεύρα; Μπα...όσο και να μη μ' αρέσει αυτή η εποχή, έχει και την γλύκα της. Μην είναι οι επαγγελματικές μου ανησυχίες; Καλός λόγος. Η ιστορία με το λουκέτο στον «Ελεύθερο Τύπο» με συγκλόνισε. Όχι για τους δημοσιογράφους που εμφανίζονται στο γυαλί καθημερινά ή έχουν άλλες 35 δουλειές στην καβάντζα…Α, μπα! Καρφάκι δεν μου καίγεται γι’ αυτούς. Για τους άλλους είναι όλη η ιστορία. Γι’ αυτούς που τρέχουν από το πρωί μέχρι το βράδυ προκειμένου να δικαιολογήσουν τον μισθό τους. Γι’ αυτούς που περνάνε μια ολόκληρη ζωή μέσα σε ένα γραφείο, ώστε να γεμίσουν μονόστηλα, δίστηλα, να βάλουν τίτλους και υπότιτλους. Αυτούς που τρέχουν στους δρόμους με ότι μέσο διαθέτουν, που αγωνιούν με κίνδυνο την ψυχική και σωματική τους υγεία, διότι για τον «μικρό» ρεπόρτερ που δεν τον ξέρει ούτε η μάνα του, υπάρχουν πράγματα σ’ αυτή τη ΔΟΥΛΕΙΑ που δεν πληρώνονται. Ότι μισθό και να παίρνεις. Αυτοί έμειναν στον δρόμο την Δευτέρα, αυτοί θα ξυπνήσουν και δεν θα ξέρουν τι να πουν στα παιδιά τους, αυτοί θα ψάχνουν από σήμερα στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα.
Τώρα βέβαια θα μου πεις, επιλογή σου είναι ρε καραγκιόζη και το αντάλλαγμα είναι φιλοδοξία, δόξα, φήμη, δημοσιότητα και μάλιστα παραπάνω από αυτή των 15 λεπτών που αναλογούν στον καθένα σύμφωνα με τον Άντι Γουόρχολ.
Δεν θα διαφωνήσω απόλυτα αν και οι προσωπικές μου φιλοδοξίες στον χώρο έχουν ταβάνι, το οποίο μπορώ να πω ότι το άγγιξα, αλλά όχι με ολόκληρη την παλάμη μου. Εξάλλου το κείμενο είναι δικό μου, σε μένα αναφέρομαι και ότι θέλω το κάνω…(χιούμορ). Θα μπορούσα να αναφερθώ και εγώ στην εποχή της "οικονομικής ανομβρίας" μέχρι να φτάσει η ευλογημένη μέρα να μπω στον κόσμο των "μισθωτών". Από την εποχή του "δεν έχω μία στην τσέπη μου, ούτε για τσιγάρα" μέχρι σήμερα που τα καταφέρνω, αλλά σκοπός δεν είναι να...μαρθοβουρτσίσω με τις ιστορίες μου. Λίγο νοιάζει τον καθένα αυτό. Εξάλλου ήταν επιλογή μου και λίγο - πολύ τα νέα παιδιά γνωρίζουν πως πριν μπουν στο συνάφι πρέπει πρώτα να σχηματιστεί ο κώλος τους στην καρέκλα και μετά να αρχίσουν να ζωγραφίζουν το μέλλον τους.
Ο περισσότερος κόσμος πιστεύει ή θεωρεί ότι δημοσιογραφία είναι η…βιτρίνα. Κακώς. Αυτό είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη, η διαφορετική είναι μακριά από φώτα που σε τυφλώνουν. Είναι η δημοσιογραφία, της αγωνίας, του φόβου για το αύριο, της δράσης, αλλά και πολλές φορές της αντίδρασης. Και δυστυχώς ο χώρος μας, εκτός από το εύκολο θύμα, εκτός από την ταμπέλα της «ρουφιανιάς» που σε ορισμένες περιπτώσεις κέρδισε με το σπαθί του, δεν προστατεύεται από τους ίδιους τους εκπροσώπους του. Είναι όντως πολύ διαφορετική η δημοσιογραφία από αυτή που ονειρεύτηκα όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα. Δεν είναι όμως και αυτό το έκτρωμα που παρουσιάζεται. Θέλει «κότσια» κύριοι για να την ακολουθήσεις. Κυρίως προσωπικά κότσια. Δεν αντέχουν όλοι. Χάνεις πολλά από την προσωπική σου ζωή. Έχω ακούσει συνάδελφο να μου λέει…«Το παιδί μου μεγάλωσε και εγώ δεν το κατάλαβα». Κάποιος άλλος μου είπε χθες με αφορμή το κλείσιμο του «Ελεύθερου Τύπου» ότι ένα είναι σίγουρο: «Εγώ και εσύ φίλε μου, δεν πρόκειται να συνταξιοδοτηθούμε από αυτή τη δουλειά. Όταν θα έρθει η ώρα μας το μόνο που θα έχει απομείνει θα είναι η οδοντοστοιχία μας θαμμένη κάτω από μια μαρμάρινη πλάκα». Οι φράσεις αυτές δεν απέχουν πολύ από τις σκέψεις μου τελευταία. Συχνά, κατά την διάρκειά της βάρδιάς μου, κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους που περιβάλλονται από οθόνες υπολογιστών και πρωτοσέλιδα σκέφτομαι. «Άραγε όταν θα φτάσω 50 χρονών τι θα έχω κάνει στη ζωή μου; Θα έχω ζήσει ή θα μοιάζω με φυλακισμένο που είδε τον έξω κόσμο, τρόμαξε και ξαναγύρισε γιατί δεν είχε που αλλού να πάει». Βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου να διασκεδάζουν, βλέπω τους δικούς μου ανθρώπους να ταξιδεύουν, να…φεύγουν χωρίς να τους νοιάζει αν εμένα αυτό μου στοιχίζει. Είδα ανθρώπους να μου γυρνούν την πλάτη γιατί δουλεύω πολλές ώρες, άλλους πάλι να τους χάνω επειδή δεν είχα χρόνο. Θυμάμαι ένα Σάββατο μεσημέρι μέσα στο κατακαλόκαιρο να παίρνω τρεις φίλους μου να πάμε για καφέ κάπου στη Θεσσαλονίκη, αλλά εις μάτην…Όλοι τους ήταν στον Αρμενιστή σε απόσταση αναπνοής ο ένας από τον άλλο χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν. Τους «ένωσα» τις σκηνές, τους έκανα μια παρέα και εγώ έσκυψα το κεφάλι και συνέχισα να γράφω για να ξεχαστώ. «Παίκτης του Ηρακλή (του ΠΑΟΚ, του Άρη) είναι από χθες ο τάδε».
Ποτέ μου δεν φοβήθηκα τη δουλειά. Πάντα θωράκιζα τον εαυτό μου, απέναντι σε κάθε τι που προσπαθούσε να με πείσει ότι δεν πρέπει να της δώσω τα πάντα. Πλέον δεν ξέρω…Μου είναι δύσκολο. Δύο γερά «χαστούκια» μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα με έκαναν να νιώσω φόβο και ανασφάλεια. Να ψαχτώ και να σκεφτώ τι θέλω να κάνω. Θα συνέλθω άραγε; Κανείς δεν ξέρει…Την αγαπώ την δουλειά μου, αλλά πάει καιρός που την θεωρούσα την καλύτερη «γκόμενα»…Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να το παλέψω και ίσως καταφέρω να αναστυλώσω την ταλαιπωρημένη μου ψυχολογία… Εξάλλου, όπως λέει και η φίλη μου η Κατερίνα…«εσύ αγόρι μου χωρίς φασαρία, χωρίς τα γνωστά σου «καντήλια» και χωρίς νεύρα, δεν μπορείς να γράψεις». Μπορεί να έχει και δίκιο…Αν δεν τα καταφέρω, δεν θα φοβηθώ να γυρίσω σελίδα. Τώρα που είμαι ακόμα νέος και υπάρχω.
Sunday, May 31, 2009
Τα «άκρα» που κατέκτησα
Άκρα δεξιά ή άκρα αριστερά; Κάτω άκρα ή άνω άκρα; Άκρα μυστικότητα ή άκρα διαχυτικότητα; Όχι σήμερα δεν θα μιλήσω ούτε για πολιτικό ιδεαλισμό, ούτε για ανατομία, ούτε για ψυχολογία. Θα μιλήσω για τα δικά μου άκρα. Αυτά που όσο και να πλαγιάσεις, όσο και να απλώσεις τα ακροδάχτυλα, δύσκολα τα φτάνεις. Αυτά που σου καταλογίζουν οι άλλοι, χωρίς να «βλέπουν» τι πραγματικά συμβαίνει. Αυτά είναι τα άκρα που κατέκτησα.
Αυτά τα άκρα που σε έκαναν να τα βάλεις όλα στην «άκρη» και να «αφοσιωθείς». Αυτά που σε έκαναν να μετράς, τις ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα για να αντικρίσεις αυτό που πραγματικά θέλεις. Αυτά, που σε έκαναν να κάθεσαι σε αναμμένα κάρβουνα γιατί ήθελες, αλλά δεν είχες. Αυτά που σε έκαναν να καρτεράς, να διεκδικείς και τελικά να τα παίρνεις όλα με το στανιό. Αυτά που κατέκτησες και θα έπρεπε να αισθάνεσαι υπόλογος γι’ αυτό. Αυτά, που όταν έβγαινες δεν ζούσες την στιγμή, αλλά είχες το μυαλό σου «αλλού». Και αυτό κακό ήταν, δεν υπέγραψες κανένα συμβόλαιο. Αυτά που έκανες και κανείς δεν κατάλαβε γιατί τα κάνεις. Αυτά για τα οποία έκανες υπομονή προκειμένου να κατακτήσεις μια «κορυφή». Αυτά, για τα οποία μιλούσες και σε ενοχλούσαν, αλλά δεν περίμενες απαντήσεις, ούτε καν ένα χάδι. Αυτά για τα οποία μίλησες, αλλά σου γύρισαν την πλάτη με ένα ξερό «καληνύχτα». Αυτά για τα οποία περίμενες να ακούσεις τον ήχο του κινητού σου και εκείνο σε κοιτούσε με περιφρόνηση σαν να σου έλεγε «κλείσε τα μάτια σου και μην περιμένεις άλλο». Αυτά που πήρες τις μετρητοίς χωρίς να έχεις μάθει ή συνηθίσει να σου αφήνουν κάτι στη μέση, έτσι χωρίς να το ισιώσεις. Αυτά για τα οποία πλήγωσες, πληγώθηκες, μάλωσες, θύμωσες μα πάντα είχες μια θέση ανέγγιχτη. Αυτά για τα οποία γέλασες (καμιά φορά με ανούσια αστεία), αυτά για τα οποία ντράπηκες να πάρεις πρωτοβουλία, φοβήθηκες να προτείνεις, «κλείδωσες» επιθυμίες. Αυτά για τα οποία είσαι «ξεροκέφαλος» και καμιά φορά δεν δέχεσαι κουβέντα. Αυτά για τα οποία ξεστόμισες άσχημα πράγματα χωρίς στην πραγματικότητα να τα εννοείς, αυτά για τα οποία ξενύχτησες κάτω από μια πόρτα. Αυτά για τα οποία έκλαψες, πληγώθηκες, φέρθηκες άσχημα. Αυτά για τα οποία κράτησες ψηλά τον εγωισμό σου και αυτά για τα οποία τον «ποδοπάτησες» με στόχο ένα καλύτερο αύριο. Αυτά για τα οποία αισθανόσουν ευτυχισμένος απλά και μόνο με μία αγκαλιά. Αυτά για τα οποία καθόσουν σε ένα μπαρ ένα βράδυ και κάποιος σου είπε «άντε γαμήσου». Αυτά για τα οποία έτρεξες ανά πάσα ώρα και στιγμή, που δεν δίστασες να ακυρώσεις, που δεν θυσίασες μια καλή έξοδο για ένα καλό ποτό, για μια παρέα. Αυτά για τα οποία θα ήθελες να είσαι, αλλά δεν είσαι. Αυτά για τα οποία είπες θα αλλάξεις και παρέμεινες ίδιος. Αυτά για τα οποία έχεις «αρχές». Αυτά για τα οποία σου καταλογίζουν, χωρίς να μπορούν να δουν βαθιά μέσα σου. Αυτά για τα οποία γεννήθηκες, αλλά δεν ήθελες να έχεις γεννηθεί. Αυτά για τα οποία άντεξες, παρά το γεγονός ότι το «βάρος» σου λύγισε τα πόδια. Αυτά για τα οποία «έθαψες» βαθιά μέσα σου, με ένα φτυάρι και λίγο χώμα. Αυτά που σου άφησαν σημάδια, γιατί θεωρείς ότι η αγάπη είναι το παν. Αυτά τα οποία «χτύπησες», αλλά και σε «χτύπησαν».
Αυτά είναι τα δικά μου άκρα, από τότε που με γνώρισα, με γνώρισες, με γνώρισε, με γνώρισαν, με έχουν γνωρίσει, θα με γνωρίσουν…
Αυτά τα άκρα που σε έκαναν να τα βάλεις όλα στην «άκρη» και να «αφοσιωθείς». Αυτά που σε έκαναν να μετράς, τις ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα για να αντικρίσεις αυτό που πραγματικά θέλεις. Αυτά, που σε έκαναν να κάθεσαι σε αναμμένα κάρβουνα γιατί ήθελες, αλλά δεν είχες. Αυτά που σε έκαναν να καρτεράς, να διεκδικείς και τελικά να τα παίρνεις όλα με το στανιό. Αυτά που κατέκτησες και θα έπρεπε να αισθάνεσαι υπόλογος γι’ αυτό. Αυτά, που όταν έβγαινες δεν ζούσες την στιγμή, αλλά είχες το μυαλό σου «αλλού». Και αυτό κακό ήταν, δεν υπέγραψες κανένα συμβόλαιο. Αυτά που έκανες και κανείς δεν κατάλαβε γιατί τα κάνεις. Αυτά για τα οποία έκανες υπομονή προκειμένου να κατακτήσεις μια «κορυφή». Αυτά, για τα οποία μιλούσες και σε ενοχλούσαν, αλλά δεν περίμενες απαντήσεις, ούτε καν ένα χάδι. Αυτά για τα οποία μίλησες, αλλά σου γύρισαν την πλάτη με ένα ξερό «καληνύχτα». Αυτά για τα οποία περίμενες να ακούσεις τον ήχο του κινητού σου και εκείνο σε κοιτούσε με περιφρόνηση σαν να σου έλεγε «κλείσε τα μάτια σου και μην περιμένεις άλλο». Αυτά που πήρες τις μετρητοίς χωρίς να έχεις μάθει ή συνηθίσει να σου αφήνουν κάτι στη μέση, έτσι χωρίς να το ισιώσεις. Αυτά για τα οποία πλήγωσες, πληγώθηκες, μάλωσες, θύμωσες μα πάντα είχες μια θέση ανέγγιχτη. Αυτά για τα οποία γέλασες (καμιά φορά με ανούσια αστεία), αυτά για τα οποία ντράπηκες να πάρεις πρωτοβουλία, φοβήθηκες να προτείνεις, «κλείδωσες» επιθυμίες. Αυτά για τα οποία είσαι «ξεροκέφαλος» και καμιά φορά δεν δέχεσαι κουβέντα. Αυτά για τα οποία ξεστόμισες άσχημα πράγματα χωρίς στην πραγματικότητα να τα εννοείς, αυτά για τα οποία ξενύχτησες κάτω από μια πόρτα. Αυτά για τα οποία έκλαψες, πληγώθηκες, φέρθηκες άσχημα. Αυτά για τα οποία κράτησες ψηλά τον εγωισμό σου και αυτά για τα οποία τον «ποδοπάτησες» με στόχο ένα καλύτερο αύριο. Αυτά για τα οποία αισθανόσουν ευτυχισμένος απλά και μόνο με μία αγκαλιά. Αυτά για τα οποία καθόσουν σε ένα μπαρ ένα βράδυ και κάποιος σου είπε «άντε γαμήσου». Αυτά για τα οποία έτρεξες ανά πάσα ώρα και στιγμή, που δεν δίστασες να ακυρώσεις, που δεν θυσίασες μια καλή έξοδο για ένα καλό ποτό, για μια παρέα. Αυτά για τα οποία θα ήθελες να είσαι, αλλά δεν είσαι. Αυτά για τα οποία είπες θα αλλάξεις και παρέμεινες ίδιος. Αυτά για τα οποία έχεις «αρχές». Αυτά για τα οποία σου καταλογίζουν, χωρίς να μπορούν να δουν βαθιά μέσα σου. Αυτά για τα οποία γεννήθηκες, αλλά δεν ήθελες να έχεις γεννηθεί. Αυτά για τα οποία άντεξες, παρά το γεγονός ότι το «βάρος» σου λύγισε τα πόδια. Αυτά για τα οποία «έθαψες» βαθιά μέσα σου, με ένα φτυάρι και λίγο χώμα. Αυτά που σου άφησαν σημάδια, γιατί θεωρείς ότι η αγάπη είναι το παν. Αυτά τα οποία «χτύπησες», αλλά και σε «χτύπησαν».
Αυτά είναι τα δικά μου άκρα, από τότε που με γνώρισα, με γνώρισες, με γνώρισε, με γνώρισαν, με έχουν γνωρίσει, θα με γνωρίσουν…
Tuesday, March 03, 2009
Σκληρά λόγια από μένα για...μένα
Τι έγινε τώρα; Έκανες τη ζωή σου μια λεκάνη και πάνω που ήσουν έτοιμος να την χέσεις, αποφάσισες να τα βάλεις όλα κάτω; Τι έγινε τώρα; Σου μοιάζουν όλα χαμένα, ψάχνεις άτομο να πιαστείς και δεν υπάρχει κανείς; Τι έγινε τώρα; Πάνω που νόμιζες ότι η ζωή σου έπαιξε καλό παιχνίδι, ξαφνικά ανακάλυψες ότι οι επιλογές σου ήταν μεταξωτό περιτύλιγμα που πετάχτηκε στα σκουπίδια; Τι έγινε τώρα; Αποφάσισες ότι είναι ανώφελο να κάνεις τους άλλους να χαμογελούν, όταν εσύ ο ίδιος φοράς μια μάσκα και δείχνεις ευτυχισμένος ενώ δεν είσαι; Τι έγινε τώρα; Βαρέθηκες να σου «πατούν» το φιλότιμο, γιατί είσαι ανίκανος να πάρεις την κατάσταση στα χέρια σου; Τι έγινε τώρα; Μήπως αυτό που πάντα φοβόσουν; Ότι θα μείνεις μόνος κάποια στιγμή, να μετράς τις δικές σου πληγές και αυτές που άνοιξες σε άλλους, ασχέτως αν το ήθελες ή όχι; Τι έγινε τώρα; Αποφάσισες να βάλεις μια τάξη στην ζωή σου, αλλά αυτή πήγε και κάθισε στο τελευταίο θρανίο για να μην βλέπει μπροστά;
Σήμερα μαλάκα θα πούμε αλήθειες…Θα πούμε όλα αυτά που επιμελώς κρύβεις μέσα σου, αλλά έρχονται μέρες σαν και αυτές που δεν αντέχεις το βάρος. Που θέλεις να μπεις σε ένα αεροπλάνο και να αφήσεις τα πάντα πίσω σου, να ξεκινήσεις μια καινούργια ζωή, μακριά από όλους και από όλα. Κάπου που να μην σε ξέρουν και να μην ξέρεις κανέναν. Μακριά από γονείς που προσπάθησες να «νουθετήσεις», μήπως και κάποια στιγμή καταλάβουν. Μακριά από την δουλειά που θυσίασες τα πάντα για να την ακολουθήσεις, αλλά δεν αντέχεις άλλο. Μακριά από τις γυναίκες, που πάντα προσπαθούσες να καταλάβεις.
Τι λάθος και αυτό; Ποτέ δεν μπόρεσες να ζυγίσεις καταστάσεις. Ποτέ δεν μπόρεσες να κάνεις υπομονή. Πάντα ζήταγες την ασφάλεια αλλά και εδώ δεν ήσουν σωστός. Τα ήθελες όλα ή τίποτα. Άλλοτε πάλι άφηνες τον εαυτό σου. Ήξερες πως ορισμένα πράγματα δεν γίνονται σωστά. Ή τα αντιμετώπιζες με απάθεια γιατί είχες βαρεθεί που τα έτρωγες αμάσητα, είτε γιατί τα «έπνιγες» μέσα σου και δεν μίλαγες καθόλου. Πάντα ζητούσες από τον άλλον να σε καταλάβει, να δει τι κρύβεις μέσα σου, να δει τι μπορείς να προσφέρεις. Πάντα ζητούσες την αγάπη και πίστευες ότι τα πράγματα που θέλεις είναι πολύ απλά για να είσαι ευτυχισμένος. Εσύ όμως, πότε κατάλαβες πραγματικά τον εαυτό σου; Ποτέ δεν σκέφτηκες με την λογική. Πάντα με το συναίσθημα. Φάτα τώρα και μην μιλάς!
Δεν σου είπαν κακομοίρη μου, ότι σ’ αυτόν τον κόσμο για να επιβιώσεις πρέπει να σέβεσαι πάνω από όλα τον εαυτό σου; Δεν σου είπαν ότι δεν κάνει να γίνεσαι χαλί για κανέναν, γιατί θα έρθει η ώρα που θα σε τυλίξουν και θα σε βάλουν σε μια ντουλάπα γιατί σκοροφαγώθηκες ή γιατί άρχισαν να ξεφτίζουν τα κρόσια σου; Δεν σου είπαν ότι χρειάζεται που και που λιγάκι αξιοπρέπεια; Δεν σου είπαν ότι σε όλα χρειάζεται μέτρο; Ούτε υπέρμετρος ενθουσιασμός, αλλά ούτε και ανείπωτη στεναχώρια; Δεν σου είπαν ότι ο κόσμος δεν είναι «χειρολαβή» να την σφίγγεις στα δύσκολα; Όταν όλα δίπλα σου κουνιούνται συθέμελα;
Τι νόμιζες δηλαδή ρε φίλε; Ότι όλοι σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο που σκέφτεσαι εσύ; Ότι δεν τους νοιάζει να ζορίζονται, αρκεί οι άλλοι να είναι χαρούμενοι; Να λοιπόν που δεν κερδίζεις τίποτα με όλα αυτά. Να που ήρθε η ώρα να «σκάσεις» και ο κρότος να κάνει θόρυβο. Τόσο θόρυβο που θα θορυβήσεις τους πάντες. Να που απομονώθηκες. Να που ήρθε η ώρα να δεις ότι όλα δίπλα σου μοιάζουν με μισογκρεμισμένα κτήρια που είτε πρέπει να τα φτιάξεις από την αρχή, είτε πρέπει να τα γκρεμίσεις για να χτίσεις κάτι καινούργιο.
Θα σου έλεγα να αλλάξεις. Αλλά τώρα να αλλάξεις; Τώρα που πάτησες τα τριάντα; Τόσα χρόνια μυαλό δεν έβαλες, γιατί να βάλεις τώρα. Μάζευες, μάζευες…μάζευες και τώρα δρέπεις τους καρπούς που σου αξίζουν. Τι; Θέλεις να φύγεις; Να πάς που ρε; Με τι εχέγγυα, με τι εφόδια; Τόσο εύκολο είναι νομίζεις, να ρίξεις μια μούντζα και να ξεκινήσεις πάλι από την αρχή; Όχι, φίλε. Εδώ θα κάτσεις, θα ρουφήξεις αυτό το…σιχαμερό ποτό μέχρι την τελευταία σταγόνα. Μέχρι να πιάσεις πάτο, για να ξέρεις τουλάχιστον ότι προσπάθησες. Για να μπορέσεις να ξανασηκωθείς και να σταθείς στα πόδια σου. Μέχρι να καταλάβεις ότι οι λάθος επιλογές στη ζωή, έχουν και το ανάλογο κόστος. Λυπάμαι που το λέω, αλλά αυτό το κόστος πληρώνεις. Γιατί εδώ και χρόνια, κάνεις τη μια μαλακία πίσω από την άλλη. Γιατί, αν η ζωή σου ήταν στοίχημα, τότε έχει ποντάρει σε ένα δελτίο με λάθη, μήπως και σου κάτσει η πουτάνα η τύχη και πιάσεις την καλή. Είσαι ηλίθιος μα την αλήθεια…Σπανίζουν τέτοιοι μαλάκες σαν και εσένα. Κουνήσου και μάζεψε ότι προλαβαίνεις. Πάψε να περιμένεις κάποιον να σου πει τι θα κάνεις για να το κάνεις. Μερεμέτιασε τη ζωή σου και βάλε σε μια τάξη τις σκέψεις σου. Μην αφήσεις κανέναν ξανά να αγγίξει την ψυχή σου και στην προσπάθεια του αυτή να την σφίξει τόσο που θα την πληγώσει. Θωρακίσου ΜΑΛΑΚΑΑΑΑ!!!! Φτάνει τόσο. Δώσε εσύ όποιο τέρμα θέλεις σε όλα αυτά. Μόνο πρόσεχε. Μη λαθέψεις πάλι.
Καληνύχτα μαλάκα! Και μην ξεχνάς η ζωή που έζησες μέχρι σήμερα δεν είχε πλάκα. Σε βαρέθηκα πια...Καλή τύχη
Σήμερα μαλάκα θα πούμε αλήθειες…Θα πούμε όλα αυτά που επιμελώς κρύβεις μέσα σου, αλλά έρχονται μέρες σαν και αυτές που δεν αντέχεις το βάρος. Που θέλεις να μπεις σε ένα αεροπλάνο και να αφήσεις τα πάντα πίσω σου, να ξεκινήσεις μια καινούργια ζωή, μακριά από όλους και από όλα. Κάπου που να μην σε ξέρουν και να μην ξέρεις κανέναν. Μακριά από γονείς που προσπάθησες να «νουθετήσεις», μήπως και κάποια στιγμή καταλάβουν. Μακριά από την δουλειά που θυσίασες τα πάντα για να την ακολουθήσεις, αλλά δεν αντέχεις άλλο. Μακριά από τις γυναίκες, που πάντα προσπαθούσες να καταλάβεις.
Τι λάθος και αυτό; Ποτέ δεν μπόρεσες να ζυγίσεις καταστάσεις. Ποτέ δεν μπόρεσες να κάνεις υπομονή. Πάντα ζήταγες την ασφάλεια αλλά και εδώ δεν ήσουν σωστός. Τα ήθελες όλα ή τίποτα. Άλλοτε πάλι άφηνες τον εαυτό σου. Ήξερες πως ορισμένα πράγματα δεν γίνονται σωστά. Ή τα αντιμετώπιζες με απάθεια γιατί είχες βαρεθεί που τα έτρωγες αμάσητα, είτε γιατί τα «έπνιγες» μέσα σου και δεν μίλαγες καθόλου. Πάντα ζητούσες από τον άλλον να σε καταλάβει, να δει τι κρύβεις μέσα σου, να δει τι μπορείς να προσφέρεις. Πάντα ζητούσες την αγάπη και πίστευες ότι τα πράγματα που θέλεις είναι πολύ απλά για να είσαι ευτυχισμένος. Εσύ όμως, πότε κατάλαβες πραγματικά τον εαυτό σου; Ποτέ δεν σκέφτηκες με την λογική. Πάντα με το συναίσθημα. Φάτα τώρα και μην μιλάς!
Δεν σου είπαν κακομοίρη μου, ότι σ’ αυτόν τον κόσμο για να επιβιώσεις πρέπει να σέβεσαι πάνω από όλα τον εαυτό σου; Δεν σου είπαν ότι δεν κάνει να γίνεσαι χαλί για κανέναν, γιατί θα έρθει η ώρα που θα σε τυλίξουν και θα σε βάλουν σε μια ντουλάπα γιατί σκοροφαγώθηκες ή γιατί άρχισαν να ξεφτίζουν τα κρόσια σου; Δεν σου είπαν ότι χρειάζεται που και που λιγάκι αξιοπρέπεια; Δεν σου είπαν ότι σε όλα χρειάζεται μέτρο; Ούτε υπέρμετρος ενθουσιασμός, αλλά ούτε και ανείπωτη στεναχώρια; Δεν σου είπαν ότι ο κόσμος δεν είναι «χειρολαβή» να την σφίγγεις στα δύσκολα; Όταν όλα δίπλα σου κουνιούνται συθέμελα;
Τι νόμιζες δηλαδή ρε φίλε; Ότι όλοι σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο που σκέφτεσαι εσύ; Ότι δεν τους νοιάζει να ζορίζονται, αρκεί οι άλλοι να είναι χαρούμενοι; Να λοιπόν που δεν κερδίζεις τίποτα με όλα αυτά. Να που ήρθε η ώρα να «σκάσεις» και ο κρότος να κάνει θόρυβο. Τόσο θόρυβο που θα θορυβήσεις τους πάντες. Να που απομονώθηκες. Να που ήρθε η ώρα να δεις ότι όλα δίπλα σου μοιάζουν με μισογκρεμισμένα κτήρια που είτε πρέπει να τα φτιάξεις από την αρχή, είτε πρέπει να τα γκρεμίσεις για να χτίσεις κάτι καινούργιο.
Θα σου έλεγα να αλλάξεις. Αλλά τώρα να αλλάξεις; Τώρα που πάτησες τα τριάντα; Τόσα χρόνια μυαλό δεν έβαλες, γιατί να βάλεις τώρα. Μάζευες, μάζευες…μάζευες και τώρα δρέπεις τους καρπούς που σου αξίζουν. Τι; Θέλεις να φύγεις; Να πάς που ρε; Με τι εχέγγυα, με τι εφόδια; Τόσο εύκολο είναι νομίζεις, να ρίξεις μια μούντζα και να ξεκινήσεις πάλι από την αρχή; Όχι, φίλε. Εδώ θα κάτσεις, θα ρουφήξεις αυτό το…σιχαμερό ποτό μέχρι την τελευταία σταγόνα. Μέχρι να πιάσεις πάτο, για να ξέρεις τουλάχιστον ότι προσπάθησες. Για να μπορέσεις να ξανασηκωθείς και να σταθείς στα πόδια σου. Μέχρι να καταλάβεις ότι οι λάθος επιλογές στη ζωή, έχουν και το ανάλογο κόστος. Λυπάμαι που το λέω, αλλά αυτό το κόστος πληρώνεις. Γιατί εδώ και χρόνια, κάνεις τη μια μαλακία πίσω από την άλλη. Γιατί, αν η ζωή σου ήταν στοίχημα, τότε έχει ποντάρει σε ένα δελτίο με λάθη, μήπως και σου κάτσει η πουτάνα η τύχη και πιάσεις την καλή. Είσαι ηλίθιος μα την αλήθεια…Σπανίζουν τέτοιοι μαλάκες σαν και εσένα. Κουνήσου και μάζεψε ότι προλαβαίνεις. Πάψε να περιμένεις κάποιον να σου πει τι θα κάνεις για να το κάνεις. Μερεμέτιασε τη ζωή σου και βάλε σε μια τάξη τις σκέψεις σου. Μην αφήσεις κανέναν ξανά να αγγίξει την ψυχή σου και στην προσπάθεια του αυτή να την σφίξει τόσο που θα την πληγώσει. Θωρακίσου ΜΑΛΑΚΑΑΑΑ!!!! Φτάνει τόσο. Δώσε εσύ όποιο τέρμα θέλεις σε όλα αυτά. Μόνο πρόσεχε. Μη λαθέψεις πάλι.
Καληνύχτα μαλάκα! Και μην ξεχνάς η ζωή που έζησες μέχρι σήμερα δεν είχε πλάκα. Σε βαρέθηκα πια...Καλή τύχη
Wednesday, December 17, 2008
ΚΙ ΑΝ ΕΣΒΗΣΕ ΣΑΝ ΙΣΚΙΟΣ…
Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά∙
Κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δεν θα ειπωθεί∙
Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σαν βλέπω το μεγάλο ουρανό,
η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ’ζησα ζωή.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά∙
Κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δεν θα ειπωθεί∙
Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σαν βλέπω το μεγάλο ουρανό,
η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ’ζησα ζωή.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Στο κύμα...
Ακόμα κι αν θελήσεις να μοιάσεις σε εχθρό μου
δεν θα σ' απαρνηθεί ποτέ ούτε ένα κύτταρό μου.
Στο κύμα του μυαλού μου θα κολυμπάς για πάντα,
βγάζωντας ήχους τρομερούς, σαν δουλεμένη μπάντα.
Μακάρι μέσα μου να ζεις,
τους άδειους τόπους της καρδιάς μου να γεμίζεις
και τους αγρούς των πόνων μου, για πάντα να θερίζεις!
δεν θα σ' απαρνηθεί ποτέ ούτε ένα κύτταρό μου.
Στο κύμα του μυαλού μου θα κολυμπάς για πάντα,
βγάζωντας ήχους τρομερούς, σαν δουλεμένη μπάντα.
Μακάρι μέσα μου να ζεις,
τους άδειους τόπους της καρδιάς μου να γεμίζεις
και τους αγρούς των πόνων μου, για πάντα να θερίζεις!
Στην Π.
Μέσα σ' αυτό το αχνό απ' το φως, κόκκινο του δωματίου μου
η μορφή σου προβάλει, γαλήνια, αγγελική όπως πάντα
να ταράζει τις ευαίσθητες χορδές του είναι μου.
Το περίγραμμα του σώματός σου άθηκτο στο κρεβάτι μου.
Πόσο θα 'θελα να χαθώ στο άπειρο των ματιών σου και αυτό το ξημέρωμα;
Στις ευωδίες που σκορπάει ο έρωτάς σου, στο ρίγος που διαπερνά τα χάδια σου.
Τώρα πια το ξέρω, είσαι το μισό κομμάτι του εαυτού μου!
η μορφή σου προβάλει, γαλήνια, αγγελική όπως πάντα
να ταράζει τις ευαίσθητες χορδές του είναι μου.
Το περίγραμμα του σώματός σου άθηκτο στο κρεβάτι μου.
Πόσο θα 'θελα να χαθώ στο άπειρο των ματιών σου και αυτό το ξημέρωμα;
Στις ευωδίες που σκορπάει ο έρωτάς σου, στο ρίγος που διαπερνά τα χάδια σου.
Τώρα πια το ξέρω, είσαι το μισό κομμάτι του εαυτού μου!
Sunday, June 03, 2007
Ο Καιάδας είναι πάλι εδώ...

Λέγεται "Σόου του μεγάλου δωρητή", είναι reality τηλεπαιχνίδι και εδώ και λίγες μέρες οι Ολλανδοί το παρακολουθούν στις μικρές τους οθόνες. Προσέξτε όμως, δεν είναι όποιο και όποιο τηλεοπτικό σόου, είναι ένα πραγματικό άλμα στη λογική του reality και ταυτόχρονα ένα άλμα στο πιο μαύρο κενό της ανυρώπινης ευαισθησίας.
Διότι οι Ολλανδοί δεν θα στηθούν μπροστά στις μικρές τους οθόνες απλώς για να ψυχαγωγηθούν με το δράμα τεσσάρων συναθρώπων τους, μιας καρκινοπαθούς στο τελευταίο στάδιο και τριών νεφροπαθών που χρειάζονται επειγόντως μεταμόσχευση και η ζωή τους είναι σε κίνδυνο.
Αλλά θα έχουν την ευτυχία, να απολαύσουν χάρη στην ευρυματικότητα της τηλεοπτικής εταιρείας που παράγει το σόου -της ίδιας παρεπιπτόντως που έχει εφεύρει και το "Big Brother" - μια ξεχωριστή εξουσία: θα αποφασίσουν στέλνοντας SMS, ποιος από τους νεφροπαθείς θα πάρει τελικά το νεφρό που προσφέρει η ετοιμοθάνατη καρκινοπαθείς. Κοινώς θα αποφασίσουν ποιος θα ζήσει και ποιοι θα πεθάνουν.
Τραγικά απίστευτο και ταυτόχρονα τραγικά αληθινό. Σαν τον ναρκομανή, που ψάχνει την ανακούφιση σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις όλων και σκληρότερων ναρκωτικών, η τηλεόραση του "Big Brother" σκαλίζει όλο και πιο βαθιά στις ψυχές των ανθρώπων για να αποσπάσει από εκεί και να "βάλει στη μηχανή της" ότι πιο ταπεινό, πιο άγριο και αιμοβόρο κληροδότησε στον άνθρωπο η εποχή των σπηλαίων. Έτσι αυτό που ξεκίνησε σαν αθώο παιχνίδι κλειδαρότρυπας και εξελίχθηκε σε ελαφρά άσκηση εξουσίας (ποιος μένει, ποιος φεύγει, ποιος κλαίει, ποιος γελάει, ποιος πήρε τελικά τα λεφτά κτλ), φτάνει τώρα στην ιλιγγιώδη μαζική εξουσία του ολλανδικού σόου. Με μια σειρά επεισοδίων όπου η ετοιμοθάνατη θα αφηγηθεί το δράμα της και στη συνέχεια οι ικέτες του νεφρού της θα αφηγηθούν ο καθένας με τη σειρά του το δικό του. Κι όποιος αποσπάσει το δικό της οίκτο και τον οίκτο του κοινού, αυτός θα σωθεί!
Ο Καιάδας είναι ανοικτός μπροστά στα πόδια μας χάρη στην αφηνιασμένη τηλεόραση αυτού του είδους και ο τηλεθεατής καλείται να αποφασίσει ποιοι θα ριχτούν σ' αυτόν. Σήμερα, πρόκειται για ασθενής που δεν αξίζουν την συμπάθεια του κοινού και άρα δεν αξίζουν την την απονομή ενός νεφρού. Αύριο θα είναι κάποιοι άλλοι -απόκληροι, επικίνδυνοι, εγκληματίες, βιαστές- που θα κριθούν από μαζικά τηλεοπτικά δικαστήρια. Και με ένα καταιγισμό SMS θα επανέλθει στη ζοφερή πραγματικότητα της αιχμάλωτης στο έρεβός της "Big Brother εποχής" μας εκείνη η χαρακτηριστική χειρονομία των λυσσασμένων ρωμαϊκών μαζών: κάτω το δάχτυλο πεθαίνεις, πάνω το δάχτυλο ζεις!
Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε, αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με πταίσματα μαζικής αποβλάκωσης (βλ. Ανίτα Πάνια), ούτε με πλημμελήματα μαζικής συμμετοχής στην επιβολή τηλεοπτικών ποινών και στην απονομή τηλεοπτικών βραβείων, αν και αυτά επίσης συνδέονται με ανθρώπινες τραγωδίες και δράματα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια φαιά εξουσία, μαζικοποιημένη από το πανίσχυρο μέσο, απρόσωπη πίσω από την ανωνυμία των SMS, απόλυτη και επίφοβη. Μια φαιά εξουσία-τέρας που δίνει έκφραση σε εκατομμύρια φαιές προσωπικές εξουσίες - να πεθάνεις ρε γιατί είσαι άσχημος, να χαθείς γιατί δεν σε γουστάρω, ή πιο σωστά, να πεθάνεις και να χαθείς γιατί με πηδάει κάθε μέρα το αφεντικό μου, δεν μου κάθεται η γυναίκα μου, με ταπεινώνει ο προϊστάμενός μου, δεν κατάφερα τίποτα στη ζωή μου, αυτή λοιπόν την εξουσία που μου δόθηκε θα σου τη φέρω στο κεφάλι για να επιβεβαιώσω ότι υπάρχω και αποφασίζω. Κάπως έτσι όμως δεν έγινε και με τα τάγματα εφόδου των SS και με κάθε δολοφονική συλλογικότητα που άφησε ματωμένο αποτύπωμα στην ανθρώπινη ιστορία;
Αν όλα αυτά μας φαίνονται υπερβολικά, ας σκεφτούμε τους νεφροπαθείς της ολλανδικής τηλεόρασης, την απόγνωση που τους οδηγεί σ' αυτό το παιχνίδι ζωής ή θανάτου, την απόλυτη ταπείνωση να στέκονται μπροστά σε εκατομμύρια τηλεθεατών-κριτών και δήμιων εκλιπαρώντας για την ζωή τους. Ντρέπεσαι κι ας μην είσαι Ολλανδός. Ντρέπεσαι για τον Homo Telestupidus και φοβάσαι για το μέλλον που έρχεται. Ή μήπως αυτό το μέλλον είναι κιόλας εδώ κι απλώνει τα καρκινώματά του κάτω από το παχύ δέρμα που σιγά-σιγά δημιουργεί σε πολλούς από μας όλο και μεγαλύτερο εθισμό σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις κανιβαλισμού που τόσο σοφά μας προσφέρονται...
Καληνύχτα μας...έχω την εντύπωση πως πλέον το μόνο που μπορεί να σώσει το υπόλοιπο σύμπαν, από αυτό το μόρφωμα ανθρώπου που έχουμε δημιουργήσει, είναι ένας δεύτερος κατακλυσμός. Ας ελπίσουμε ότι κάποτε, ο Θεός θα καταλάβει το λάθος του για την δημιουργία του ανθρώπου; Ποιος ξέρεις ίσως να νιώσουν ενοχές και οι πίθηκοι για την φήμη που υπάρχει.
Διότι οι Ολλανδοί δεν θα στηθούν μπροστά στις μικρές τους οθόνες απλώς για να ψυχαγωγηθούν με το δράμα τεσσάρων συναθρώπων τους, μιας καρκινοπαθούς στο τελευταίο στάδιο και τριών νεφροπαθών που χρειάζονται επειγόντως μεταμόσχευση και η ζωή τους είναι σε κίνδυνο.
Αλλά θα έχουν την ευτυχία, να απολαύσουν χάρη στην ευρυματικότητα της τηλεοπτικής εταιρείας που παράγει το σόου -της ίδιας παρεπιπτόντως που έχει εφεύρει και το "Big Brother" - μια ξεχωριστή εξουσία: θα αποφασίσουν στέλνοντας SMS, ποιος από τους νεφροπαθείς θα πάρει τελικά το νεφρό που προσφέρει η ετοιμοθάνατη καρκινοπαθείς. Κοινώς θα αποφασίσουν ποιος θα ζήσει και ποιοι θα πεθάνουν.
Τραγικά απίστευτο και ταυτόχρονα τραγικά αληθινό. Σαν τον ναρκομανή, που ψάχνει την ανακούφιση σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις όλων και σκληρότερων ναρκωτικών, η τηλεόραση του "Big Brother" σκαλίζει όλο και πιο βαθιά στις ψυχές των ανθρώπων για να αποσπάσει από εκεί και να "βάλει στη μηχανή της" ότι πιο ταπεινό, πιο άγριο και αιμοβόρο κληροδότησε στον άνθρωπο η εποχή των σπηλαίων. Έτσι αυτό που ξεκίνησε σαν αθώο παιχνίδι κλειδαρότρυπας και εξελίχθηκε σε ελαφρά άσκηση εξουσίας (ποιος μένει, ποιος φεύγει, ποιος κλαίει, ποιος γελάει, ποιος πήρε τελικά τα λεφτά κτλ), φτάνει τώρα στην ιλιγγιώδη μαζική εξουσία του ολλανδικού σόου. Με μια σειρά επεισοδίων όπου η ετοιμοθάνατη θα αφηγηθεί το δράμα της και στη συνέχεια οι ικέτες του νεφρού της θα αφηγηθούν ο καθένας με τη σειρά του το δικό του. Κι όποιος αποσπάσει το δικό της οίκτο και τον οίκτο του κοινού, αυτός θα σωθεί!
Ο Καιάδας είναι ανοικτός μπροστά στα πόδια μας χάρη στην αφηνιασμένη τηλεόραση αυτού του είδους και ο τηλεθεατής καλείται να αποφασίσει ποιοι θα ριχτούν σ' αυτόν. Σήμερα, πρόκειται για ασθενής που δεν αξίζουν την συμπάθεια του κοινού και άρα δεν αξίζουν την την απονομή ενός νεφρού. Αύριο θα είναι κάποιοι άλλοι -απόκληροι, επικίνδυνοι, εγκληματίες, βιαστές- που θα κριθούν από μαζικά τηλεοπτικά δικαστήρια. Και με ένα καταιγισμό SMS θα επανέλθει στη ζοφερή πραγματικότητα της αιχμάλωτης στο έρεβός της "Big Brother εποχής" μας εκείνη η χαρακτηριστική χειρονομία των λυσσασμένων ρωμαϊκών μαζών: κάτω το δάχτυλο πεθαίνεις, πάνω το δάχτυλο ζεις!
Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε, αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με πταίσματα μαζικής αποβλάκωσης (βλ. Ανίτα Πάνια), ούτε με πλημμελήματα μαζικής συμμετοχής στην επιβολή τηλεοπτικών ποινών και στην απονομή τηλεοπτικών βραβείων, αν και αυτά επίσης συνδέονται με ανθρώπινες τραγωδίες και δράματα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια φαιά εξουσία, μαζικοποιημένη από το πανίσχυρο μέσο, απρόσωπη πίσω από την ανωνυμία των SMS, απόλυτη και επίφοβη. Μια φαιά εξουσία-τέρας που δίνει έκφραση σε εκατομμύρια φαιές προσωπικές εξουσίες - να πεθάνεις ρε γιατί είσαι άσχημος, να χαθείς γιατί δεν σε γουστάρω, ή πιο σωστά, να πεθάνεις και να χαθείς γιατί με πηδάει κάθε μέρα το αφεντικό μου, δεν μου κάθεται η γυναίκα μου, με ταπεινώνει ο προϊστάμενός μου, δεν κατάφερα τίποτα στη ζωή μου, αυτή λοιπόν την εξουσία που μου δόθηκε θα σου τη φέρω στο κεφάλι για να επιβεβαιώσω ότι υπάρχω και αποφασίζω. Κάπως έτσι όμως δεν έγινε και με τα τάγματα εφόδου των SS και με κάθε δολοφονική συλλογικότητα που άφησε ματωμένο αποτύπωμα στην ανθρώπινη ιστορία;
Αν όλα αυτά μας φαίνονται υπερβολικά, ας σκεφτούμε τους νεφροπαθείς της ολλανδικής τηλεόρασης, την απόγνωση που τους οδηγεί σ' αυτό το παιχνίδι ζωής ή θανάτου, την απόλυτη ταπείνωση να στέκονται μπροστά σε εκατομμύρια τηλεθεατών-κριτών και δήμιων εκλιπαρώντας για την ζωή τους. Ντρέπεσαι κι ας μην είσαι Ολλανδός. Ντρέπεσαι για τον Homo Telestupidus και φοβάσαι για το μέλλον που έρχεται. Ή μήπως αυτό το μέλλον είναι κιόλας εδώ κι απλώνει τα καρκινώματά του κάτω από το παχύ δέρμα που σιγά-σιγά δημιουργεί σε πολλούς από μας όλο και μεγαλύτερο εθισμό σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις κανιβαλισμού που τόσο σοφά μας προσφέρονται...
Καληνύχτα μας...έχω την εντύπωση πως πλέον το μόνο που μπορεί να σώσει το υπόλοιπο σύμπαν, από αυτό το μόρφωμα ανθρώπου που έχουμε δημιουργήσει, είναι ένας δεύτερος κατακλυσμός. Ας ελπίσουμε ότι κάποτε, ο Θεός θα καταλάβει το λάθος του για την δημιουργία του ανθρώπου; Ποιος ξέρεις ίσως να νιώσουν ενοχές και οι πίθηκοι για την φήμη που υπάρχει.
«Δεν μας ενδιαφέρει το καλό των άλλων. Ενδιαφερόμαστε μόνο για την δύναμη…Γνωρίζουμε ότι κανείς δεν αποκτά την εξουσία προκειμένου να την παραδώσει…Η εξουσία δεν είναι μέσο, είναι αυτοσκοπός….Το αντικείμενο της εξουσίας είναι η εξουσία». ( Τζωρτζ Όργουελ, 1984 )
Thursday, April 26, 2007
Περί οπαδισμού ο λόγος
-Μάνα, βάλε το ξυπνητήρι στις 4;
-Στις 4; Γιατί τόσο πρωί τι έχεις να κάνεις Κυριακάτικα;
-Θα φύγω θα πάω στην Αθήνα, παίζουμε με τον Ιωνικό;
-Πάλι Αθήνα θα πας; Δεν βαρέθηκες να τρέχεις κάθε εβδομάδα και εγώ εδώ να σε περιμένω ανησυχώντας μήπως πάθεις τίποτα; Αν έμενες με τον πατέρα σου, θα τα έκανες αυτά;
-Αυτός μου μάθε για το ποδόσφαιρο και επιτέλους τι μπορεί να μου συμβεί; Την περασμένη εβδομάδα κατέβηκα ΟΑΚΑ και γύρισα σώος και αβλαβής! Και τώρα σταμάτα την γκρίνια γιατί θέλω να την πέσω…
Ψέματα, πριν από τις εκδρομές ποτέ δεν με έπιανε ύπνος! Η υπερένταση, η αγωνία, η ετοιμασία, το ταξίδι δεν με βοηθούσαν. Επιπλέον ήξερα, ότι τα περισσότερα παιδιά, την έβγαζαν στον σύνδεσμο και αδημονούσα να μπω στο κλίμα…
Το ξυπνητήρι χτυπά! Πήγε επιτέλους τέσσερις, βαρέθηκα να κοιτώ το ταβάνι, καλύτερα να είχα βγει έξω και να γύριζα μόνο για να αλλάξω παρά να αντέξω τούτο το μαρτύριο.
Τα ρούχα μου περιμένουν στην καρέκλα. Αθλητικά παπούτσια, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου συμβεί, τζιν παντελόνι (ενίοτε και φόρμες για να είσαι πιο άνετος), μπλουζίτσα στα χρώματα τις ομάδας, παλαιστινιακό στο λαιμό και κασκολάκι στο χέρι. Τέλεια!
Βγαίνω στο δρόμο. Κουστουμαρισμένοι τύποι και σουρωμένες γκόμενες, επηρεασμένοι ακόμα από τα ξύδια που ήπιαν, τραυλίζουν…«Που πάει έτσι αυτό το μαλακισμένο; Εεεεεε εσύ, παλικάρι με την ριγέ μπλουζίτσα; Πέρασαν οι απόκριες ρε πήγαινε να αλλάξεις». Αδιαφορώ παντελώς, η μόστρα για να σε θεωρήσουν οι γυναίκες μεγάλο μάγκα ποτέ δεν με συγκινούσε, γι’ αυτό και δεν θα πλακωθώ με τον λιμοκοντόρο! Στο μυαλό μου έχω ήδη τις εικόνες από το γήπεδο, ενώ στα αυτιά μου ηχεί το τύμπανο.
Στη γωνία με περιμένει ο Χρήστος, ο κολλητός μου από το σχολείο…
-Άντε ρε μαλάκα που είσαι; Πάγωσα…
-Ηρέμησε ρε…δεν έγινε και τίποτα…
Στην διαδρομή για τον σύνδεσμό συζητήσεις αθλητικού περιεχομένου…
-Ρε συ, δεν παίζει ο τάδε και από ότι έγραψαν οι εφημερίδες, ο γελοίος θα βάλει τέρμα τον δίνα…Άμα χάσουμε ξανά να ξέρεις εγώ δεν ξανατραβιέμαι τόσο μακριά. Άντε καμιά Ξάνθη, καμιά Βέροια…
-Ωχχχχχχ σταμάτα ρε συ…Το παν δεν είναι ποιος θα παίξει, το παν είναι η φανέλα και κοίτα σήμερα να φωνάξεις! Α και που σε…Σε περίπτωση ντου τα μάτια σου δεκατέσσερα, μην κάνεις τον παλικαρά. Στον Πειραιά κατεβαίνουμε δεν πάμε για πικ-νικ…
Φτάνουμε στον σύνδεσμο…Τα συνθήματα έχουν αρχίσει ήδη, ενώ τα ξίδια πάνε και έρχονται…
-Κατεβαίνω να πάρω καμιά μπουγάτσα και καμιά ρετσίνα…Θέλει κανείς τίποτα;
-Ναι φέρε κανένα ουζάκι άμα βρεις και κανένα κρασάκι για τον δρόμο.
Δεν πρόκειται για φανατισμό…Είναι για την φάση της ευθυμίας. Στο σύνδεσμο σπαταλάς πολλές ώρες της ημέρας και τους υπόλοιπους τους θεωρείς αδέρφια σου. Και με τα αδέρφια σου, κάνεις και χαβαλέ…
-Γιώργο πάρε το πανί, Κώστα το τύμπανο και υπόλοιποι αρχίστε να πηγαίνετε σιγά-σιγά προς το λεωφορείο γιατί ο οδηγός έχει αρχίσει να βγάζει δόντια…
Μπαίνουμε στο λεωφορείο. Κάποιος απλώνει το πανό στο πίσω παρμπρίζ, ενώ τα συνθήματα δίνουν και παίρνουν. Ξεκινάμε. Μέσα στην πόλη, μερικοί μας κοιτούν σαν να ήρθαμε από άλλο πλανήτη. Γιαγιάδες σταυροκοπιούνται, οπαδοί άλλης ομάδας σου κάνουν κωλοδάχτυλο, ενώ ομοϊδεάτες που προτίμησαν την θαλπωρή του σπιτιού τους για να δουν το παιχνίδι, κορνάρουν στους ρυθμούς γνωστού συνθήματος, έτσι για να σε αποχαιρετήσουν.
Κάποιος πλησιάζει την θέση μου…Ποτέ δεν μου άρεσε η γαλαρία, για μένα το παν είναι η ομάδα. Να δω τις φανέλες, να δω τους παίκτες να παθιάζονται, να πανηγυρίσω το γκολ, να φύγω με τη νίκη.
-Φίλε θέλεις μια τζουρίτσα;
-Όχι ρε Σήφη, έχω πιει πολλά ξύδια και δεν έχω κοιμηθεί όλη τη νύχτα. Χεσ’ το, εξάλλου με ξέρεις δεν γουστάρω τις χημείες. Και εσύ 16 χρονών είσαι, βρες καμιά γκόμενα και παράτα τις μαλακίες. Τις προάλλες έγινε θέμα στο σύνδεσμο αν θα πρέπει να σε διώξουμε ή να σε βοηθήσουμε να το κόψεις. Προτιμήσαμε το δεύτερο, γι’ αυτό εάν θέλεις να τρέχεις με την ομάδα και να είσαι μαζί μας, ρίξε μια μούτζα σ’ όλα αυτά και πάμε να γουστάρουμε κερκίδα.
-Καλά, αλλά να ξέρεις πως περιμένουμε ντου από «γαύρους» που ανεβαίνουν στην Τούμπα. Και στα ντου, αν είσαι νηφάλιος και πιαστείς το ξύλο πονάει, όπως πονάει και αν φας κανένα κοτρόνι στο κεφάλι.
-Αν συμβεί θα το αντιμετωπίσω…
Γέρνω στο παράθυρο, και ακολουθώ την κίτρινη γραμμή στο πλαϊνά του δρόμου που τρέχει μαζί μας. Τα βλέφαρα μου κλείνουν, έχουμε πολύ ώρα μέχρι να φτάσουμε και δεν θέλω να είμαι πτώμα. Θέλω να δω το ΜΑΤΣ!
Βλέπω ένα όνειρο…κάποιοι φωνάζουν δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται. Γιατί τόση φασαρία; Τι σόι όνειρο είναι αυτό; Τι να σημαίνει άραγε;
-Ρε μουνιά, γ…ω τα σπίτια σας…π…ογαυροι…
Τα μάτια μου ανοίγουν με δυσκολία. Κάποιος έχει πέσει πάνω μου και απλώνει το μεσαίο του δάχτυλο στο τζάμι, που μέχρι λίγο πριν είχα γύρει το κεφάλι μου.
Γυρίζω πίσω. Κι άλλοι κάνουν κωλοδάχτυλα…Κι άλλοι φωνάζουν…Όχι δεν είναι όνειρο…Πρέπει να ξυπνήσω…
Κοιτάζω έξω και βλέπω από την απέναντι πλευρά 20 άτομα με ερυθρόλευκες φανέλες, να κάνουν δήθεν πως κατουρούν, αλλά με την άκρη του ματιού τους κοιτούν το λεωφορείο…Ξαφνικά γυρίζουν…Πέστε κάτω μαλάκες…Κάτω- κάτω…
Βάζω το κεφάλι μου σχεδόν ανάμεσα στα πόδια…Ένα δευτερόλεπτο…δύο…τρία…Ένας εκκωφαντικός θόρυβος, σπάει την αναμονή. Κι άλλος. Κι άλλος. Σα να μας γαζώνουν μυδραλιοβόλα από όλες τις πλευρές…Το τζάμι που λίγο πριν κρατούσε το κεφάλι μου, γίνεται θρύψαλα…και ο αέρας με χτυπά στα μούτρα…
-Οδηγέ σταμάτα…Σταμάτα ρε μαλάκα, δεν ακούς;
-Παιδιά το λεοφωρείο, έχω οικογένεια…
-Στ’ αρχίδια μας τα λεοφωρείο…
Το λεωφορείο σταματάει, και κάποιοι κατεβαίνουν…με προσκαλούν…
-Έλα ρε μαλάκα θα τους γαμ…
Κατεβαίνω…αλλά δεν έχω τίποτα στα χέρια μου…Προσπαθώ ακόμη να συνέλθω, ενώ από την απέναντι πλευρά έχει κοκκινίσει ο τόπος. Ξαφνικά μια βουή ακούγεται, θαρρείς και όλοι ήταν συνεννοημένοι να φωνάξουν μαζί…
-Ντουυυυυυυυυυ ντου ρε μουνιά…
Ο ήχος κατά την διάρκεια των επεισοδίων είναι πολύ παράξενος…Ένα υπόκωφο βουιτό που σου κόβει την ανάσα, ενώ δίπλα σου, σκάνε φωτοβολίδες, μπουκάλια μπύρας, κοτρόνια…Το πανηγύρι δεν κρατά παραπάνω από δύο-τρία λεπτά. Αλλά σ’ αυτό το διάστημα κανείς δεν είναι διατεθειμένος να κάνει πίσω. Δεν ξέρω γιατί μέχρι προχθές δεν είχε σκοτωθεί κανείς. Ίσως από θαύμα. Ίσως από τύχη.
Δεν μπορείς να καταλάβεις γιατί γίνονται τα επεισόδια; Σίγουρα, δεν είναι μόνο η μαστούρα, σίγουρα δεν είναι το ότι οι δύο «στρατοί» έχουν πρόθεση να σκοτωθούν, αν και μέσα σ’ αυτή την κατάσταση το αισθάνεσαι, ότι ναι δεν αποκλείεται να συμβεί κι αυτό. Οι περισσότεροι το βλέπουν σαν παιχνίδι. Αν κάποιον από τους απέναντι τον συναντούσες κάπου έξω, σίγουρα θα έπινες ένα ποτό μαζί του και θα γελούσατε, συζητώντας για αθλητικά. Εκείνη την ώρα όμως είναι εχθρός, είναι ο γαύρος, ο βάζελος, ο τάδε, ο δίνα. Και δεν χρειάζεται να σου ποτίσει κάποιος το μυαλό με μαλακίες. Αυτό ή το νιώθεις στον εαυτό σου ή όχι. Η νίκη είναι το λάφυρο, η επιβράβευση και η υπερηφάνεια το σύνθημα. Εάν τους «τρέξεις» έχει καλώς, εάν όχι αναζητούνται οι αιτίες της ήττας. Γελοιότητες, που εκείνη την ώρα δεν τις σκέφτεσαι…όχι γιατί είσαι πιωμένος…Και ο πιωμένος έχει συνείδηση. Δεν ξέρω γιατί. Όσο και αν μίλησα με τον εαυτό μου δεν βρήκα απάντηση. Αναρωτήθηκα όμως: Αλήθεια πόσα πράγματα κάνουμε στην ζωή μας που δεν έχουν νόημα;
Μπαίνουμε ξανά στο λεωφορείο…
-Ουάου, τι φάση ήταν αυτή; Λέει κάποιος σχεδόν λαχανιασμένος…
-Μαλακίες…του λέω…
-Ναι βέβαια, μαλακίες γιατί «κότεψες»…δεν σε είδα νομίζεις που καθόσουν πίσω-πίσω μην τυχόν και σου ρθει καμιά…
Τον πιάνω από το πέτο και τον τραβώ μπροστά στα μούτρα μου, έτσι για να με ακούσει…
-Ναι ρε μαλάκα…«κότεψα» γιατί δεν σκοπεύω να πεθάνω χωρίς λόγο κατάλαβες; Γιατί δεν σκοπεύω να πεθάνω και τη μάνα μου πριν την ώρα της και γιατί δεν θέλω να κάτσω σε ένα αναπηρικό καροτσάκι από τα 20 μου και όταν θα με ρωτήσουν γιατί το παθα να τους πω απλά πως ήμουν μαλάκας…
Τραβήχτηκε και σώπασε…γύρισε προς τα πίσω και άρχισε πάλι να φωνάζει…
-Καλή φάση…
Τα λεωφορεία των «εχθρών» συνεχίζουν την άνοδο τους.
-Παιδιά οι γαύροι είναι πολλοί και κατεβαίνουν και οι οπαδοί άλλης ομάδας, για το ματς με την Προοδευτική. Έχετε κανένα τηλέφωνο να τους ειδοποιήσουμε;
-Έχω εγώ…Έλα Γιώργο, προσέξτε μην κάνετε καμία μαλακία και κατεβείτε, από τα λεωφορεία. Τούτοι εδώ είναι αδίστακτοί. Γράψτε τους και συνεχίστε…
Η προειδοποίηση δεν εισακούστηκε και σε λίγο τα νέα από το «μέτωπο», ήρθαν και ήταν άσχημα…
-Οι τάδε έφαγαν πολύ ξύλο…Μακελειό έγινε…Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πόσο μεγάλο…
Φτάσαμε στο Σχηματάρι, όταν εμφανίστηκε η πρώτη κλούβα για έλεγχο…
-Καλώς την «Βουλγαρία»…είπε κάποιος και τα αίματα ξανάναψαν.
-Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι και τα σχετικά…
Ο έλεγχος συνεχίστηκε και ξεκινήσαμε για Νίκαια. Έξω από το γήπεδο, νέος έλεγχος…Και επιτέλους…Ο αγωνιστικός χώρος, οι παίκτες κάνουν ζέσταμα και εμείς μπορούμε να φωνάξουμε για την ομάδα μας. Με πλησιάζει ξανά ο Σήφης…
-Ρε συ, δες λίγο το κεφάλι μου…Με φαγουρίζει και δεν ξέρω γιατί…
Τον ψάχνω, είναι γεμάτο γυαλιά…Μαλάκα μην κουνηθείς…Είσαι τόσο ηλίθιος που θα μπορούσες να πάθεις ζημιά…
Το ματς τελειώνει 1-1…Στο δρόμο για τα λεωφορεία τραγουδάμε μαλακίες και γελάμε…Ένας αστυνομικός με κλωτσάει…
-Σταμάτα της μαλακίες και μπες στη σειρά…
Μπαίνουμε στα λεωφορεία αλλά δεν φεύγουμε. Περιμένουμε και τους οπαδούς της άλλης ομάδας που παίζει σε διπλανή περιοχή. Αυτή τη φορά θα πάμε όλοι μαζι… Το λεωφορείο τους έρχεται…Είναι και αυτό σπασμένο. Είναι και αυτοί κουρασμένοι, κι έχουμε και επιστροφή.
Στην επιστροφή τυλιγόμαστε με το πανί, γιατί χωρίς παράθυρα το κρύο σου κόβει την ανάσα…Επιστρέφουμε…
-Παιδιά, ραντεβού την άλλη εβδομάδα…
Γυρίζω σπίτι, με βλέπει η μάνα μου και σκάει ένα χαμόγελο. Γύρισα σώος.
-Να σου ετοιμάσω κάτι να φας;
-Όχι μάνα, δεν έχω όρεξη…πάω να την πέσω είμαι πτώμα…
Το κεφάλι μου βυθίζεται στο μαξιλάρι και εγώ στις σκέψεις μου…
-Τέλος, λέω από μέσα μου. Όσο και αν ψάχνω δεν υπάρχει νόημα. Αδυνατώ να βρω απαντήσεις. Είμαι μόλις 20, αγαπώ την ζωή. Θέλω να μάθω κι άλλα, να κάνω πολλά πράγματα. Θέλω να βρω μια γκόμενα, να κάνω έρωτα μαζί της, να βγω με φίλους, να πάω σινεμά, να γυρίσω τον κόσμο…Και μα την αλήθεια, αν κάποιος με σκότωνε στη «μάχη» για πιο λόγο θα είχα προσφέρει τη ζωή μου; Τι θα κέρδιζε από αυτό, ο κόσμος, η ομάδα ή ακόμα και ο αντίπαλος. Θα άξιζε τον κόπο; Και βέβαια κανένας άνδρας με γραβάτες και κουστούμι δεν θα με οδηγούσε στο θάνατο. Μόνος μου θα πήγαινα. Εγώ και η παιδική μου βλακεία…
ΥΓ: Αυτά για όσους δεν έχουν δει απλώς το Φούτμπαλ Φάκτορι…
-Στις 4; Γιατί τόσο πρωί τι έχεις να κάνεις Κυριακάτικα;
-Θα φύγω θα πάω στην Αθήνα, παίζουμε με τον Ιωνικό;
-Πάλι Αθήνα θα πας; Δεν βαρέθηκες να τρέχεις κάθε εβδομάδα και εγώ εδώ να σε περιμένω ανησυχώντας μήπως πάθεις τίποτα; Αν έμενες με τον πατέρα σου, θα τα έκανες αυτά;
-Αυτός μου μάθε για το ποδόσφαιρο και επιτέλους τι μπορεί να μου συμβεί; Την περασμένη εβδομάδα κατέβηκα ΟΑΚΑ και γύρισα σώος και αβλαβής! Και τώρα σταμάτα την γκρίνια γιατί θέλω να την πέσω…
Ψέματα, πριν από τις εκδρομές ποτέ δεν με έπιανε ύπνος! Η υπερένταση, η αγωνία, η ετοιμασία, το ταξίδι δεν με βοηθούσαν. Επιπλέον ήξερα, ότι τα περισσότερα παιδιά, την έβγαζαν στον σύνδεσμο και αδημονούσα να μπω στο κλίμα…
Το ξυπνητήρι χτυπά! Πήγε επιτέλους τέσσερις, βαρέθηκα να κοιτώ το ταβάνι, καλύτερα να είχα βγει έξω και να γύριζα μόνο για να αλλάξω παρά να αντέξω τούτο το μαρτύριο.
Τα ρούχα μου περιμένουν στην καρέκλα. Αθλητικά παπούτσια, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου συμβεί, τζιν παντελόνι (ενίοτε και φόρμες για να είσαι πιο άνετος), μπλουζίτσα στα χρώματα τις ομάδας, παλαιστινιακό στο λαιμό και κασκολάκι στο χέρι. Τέλεια!
Βγαίνω στο δρόμο. Κουστουμαρισμένοι τύποι και σουρωμένες γκόμενες, επηρεασμένοι ακόμα από τα ξύδια που ήπιαν, τραυλίζουν…«Που πάει έτσι αυτό το μαλακισμένο; Εεεεεε εσύ, παλικάρι με την ριγέ μπλουζίτσα; Πέρασαν οι απόκριες ρε πήγαινε να αλλάξεις». Αδιαφορώ παντελώς, η μόστρα για να σε θεωρήσουν οι γυναίκες μεγάλο μάγκα ποτέ δεν με συγκινούσε, γι’ αυτό και δεν θα πλακωθώ με τον λιμοκοντόρο! Στο μυαλό μου έχω ήδη τις εικόνες από το γήπεδο, ενώ στα αυτιά μου ηχεί το τύμπανο.
Στη γωνία με περιμένει ο Χρήστος, ο κολλητός μου από το σχολείο…
-Άντε ρε μαλάκα που είσαι; Πάγωσα…
-Ηρέμησε ρε…δεν έγινε και τίποτα…
Στην διαδρομή για τον σύνδεσμό συζητήσεις αθλητικού περιεχομένου…
-Ρε συ, δεν παίζει ο τάδε και από ότι έγραψαν οι εφημερίδες, ο γελοίος θα βάλει τέρμα τον δίνα…Άμα χάσουμε ξανά να ξέρεις εγώ δεν ξανατραβιέμαι τόσο μακριά. Άντε καμιά Ξάνθη, καμιά Βέροια…
-Ωχχχχχχ σταμάτα ρε συ…Το παν δεν είναι ποιος θα παίξει, το παν είναι η φανέλα και κοίτα σήμερα να φωνάξεις! Α και που σε…Σε περίπτωση ντου τα μάτια σου δεκατέσσερα, μην κάνεις τον παλικαρά. Στον Πειραιά κατεβαίνουμε δεν πάμε για πικ-νικ…
Φτάνουμε στον σύνδεσμο…Τα συνθήματα έχουν αρχίσει ήδη, ενώ τα ξίδια πάνε και έρχονται…
-Κατεβαίνω να πάρω καμιά μπουγάτσα και καμιά ρετσίνα…Θέλει κανείς τίποτα;
-Ναι φέρε κανένα ουζάκι άμα βρεις και κανένα κρασάκι για τον δρόμο.
Δεν πρόκειται για φανατισμό…Είναι για την φάση της ευθυμίας. Στο σύνδεσμο σπαταλάς πολλές ώρες της ημέρας και τους υπόλοιπους τους θεωρείς αδέρφια σου. Και με τα αδέρφια σου, κάνεις και χαβαλέ…
-Γιώργο πάρε το πανί, Κώστα το τύμπανο και υπόλοιποι αρχίστε να πηγαίνετε σιγά-σιγά προς το λεωφορείο γιατί ο οδηγός έχει αρχίσει να βγάζει δόντια…
Μπαίνουμε στο λεωφορείο. Κάποιος απλώνει το πανό στο πίσω παρμπρίζ, ενώ τα συνθήματα δίνουν και παίρνουν. Ξεκινάμε. Μέσα στην πόλη, μερικοί μας κοιτούν σαν να ήρθαμε από άλλο πλανήτη. Γιαγιάδες σταυροκοπιούνται, οπαδοί άλλης ομάδας σου κάνουν κωλοδάχτυλο, ενώ ομοϊδεάτες που προτίμησαν την θαλπωρή του σπιτιού τους για να δουν το παιχνίδι, κορνάρουν στους ρυθμούς γνωστού συνθήματος, έτσι για να σε αποχαιρετήσουν.
Κάποιος πλησιάζει την θέση μου…Ποτέ δεν μου άρεσε η γαλαρία, για μένα το παν είναι η ομάδα. Να δω τις φανέλες, να δω τους παίκτες να παθιάζονται, να πανηγυρίσω το γκολ, να φύγω με τη νίκη.
-Φίλε θέλεις μια τζουρίτσα;
-Όχι ρε Σήφη, έχω πιει πολλά ξύδια και δεν έχω κοιμηθεί όλη τη νύχτα. Χεσ’ το, εξάλλου με ξέρεις δεν γουστάρω τις χημείες. Και εσύ 16 χρονών είσαι, βρες καμιά γκόμενα και παράτα τις μαλακίες. Τις προάλλες έγινε θέμα στο σύνδεσμο αν θα πρέπει να σε διώξουμε ή να σε βοηθήσουμε να το κόψεις. Προτιμήσαμε το δεύτερο, γι’ αυτό εάν θέλεις να τρέχεις με την ομάδα και να είσαι μαζί μας, ρίξε μια μούτζα σ’ όλα αυτά και πάμε να γουστάρουμε κερκίδα.
-Καλά, αλλά να ξέρεις πως περιμένουμε ντου από «γαύρους» που ανεβαίνουν στην Τούμπα. Και στα ντου, αν είσαι νηφάλιος και πιαστείς το ξύλο πονάει, όπως πονάει και αν φας κανένα κοτρόνι στο κεφάλι.
-Αν συμβεί θα το αντιμετωπίσω…
Γέρνω στο παράθυρο, και ακολουθώ την κίτρινη γραμμή στο πλαϊνά του δρόμου που τρέχει μαζί μας. Τα βλέφαρα μου κλείνουν, έχουμε πολύ ώρα μέχρι να φτάσουμε και δεν θέλω να είμαι πτώμα. Θέλω να δω το ΜΑΤΣ!
Βλέπω ένα όνειρο…κάποιοι φωνάζουν δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται. Γιατί τόση φασαρία; Τι σόι όνειρο είναι αυτό; Τι να σημαίνει άραγε;
-Ρε μουνιά, γ…ω τα σπίτια σας…π…ογαυροι…
Τα μάτια μου ανοίγουν με δυσκολία. Κάποιος έχει πέσει πάνω μου και απλώνει το μεσαίο του δάχτυλο στο τζάμι, που μέχρι λίγο πριν είχα γύρει το κεφάλι μου.
Γυρίζω πίσω. Κι άλλοι κάνουν κωλοδάχτυλα…Κι άλλοι φωνάζουν…Όχι δεν είναι όνειρο…Πρέπει να ξυπνήσω…
Κοιτάζω έξω και βλέπω από την απέναντι πλευρά 20 άτομα με ερυθρόλευκες φανέλες, να κάνουν δήθεν πως κατουρούν, αλλά με την άκρη του ματιού τους κοιτούν το λεωφορείο…Ξαφνικά γυρίζουν…Πέστε κάτω μαλάκες…Κάτω- κάτω…
Βάζω το κεφάλι μου σχεδόν ανάμεσα στα πόδια…Ένα δευτερόλεπτο…δύο…τρία…Ένας εκκωφαντικός θόρυβος, σπάει την αναμονή. Κι άλλος. Κι άλλος. Σα να μας γαζώνουν μυδραλιοβόλα από όλες τις πλευρές…Το τζάμι που λίγο πριν κρατούσε το κεφάλι μου, γίνεται θρύψαλα…και ο αέρας με χτυπά στα μούτρα…
-Οδηγέ σταμάτα…Σταμάτα ρε μαλάκα, δεν ακούς;
-Παιδιά το λεοφωρείο, έχω οικογένεια…
-Στ’ αρχίδια μας τα λεοφωρείο…
Το λεωφορείο σταματάει, και κάποιοι κατεβαίνουν…με προσκαλούν…
-Έλα ρε μαλάκα θα τους γαμ…
Κατεβαίνω…αλλά δεν έχω τίποτα στα χέρια μου…Προσπαθώ ακόμη να συνέλθω, ενώ από την απέναντι πλευρά έχει κοκκινίσει ο τόπος. Ξαφνικά μια βουή ακούγεται, θαρρείς και όλοι ήταν συνεννοημένοι να φωνάξουν μαζί…
-Ντουυυυυυυυυυ ντου ρε μουνιά…
Ο ήχος κατά την διάρκεια των επεισοδίων είναι πολύ παράξενος…Ένα υπόκωφο βουιτό που σου κόβει την ανάσα, ενώ δίπλα σου, σκάνε φωτοβολίδες, μπουκάλια μπύρας, κοτρόνια…Το πανηγύρι δεν κρατά παραπάνω από δύο-τρία λεπτά. Αλλά σ’ αυτό το διάστημα κανείς δεν είναι διατεθειμένος να κάνει πίσω. Δεν ξέρω γιατί μέχρι προχθές δεν είχε σκοτωθεί κανείς. Ίσως από θαύμα. Ίσως από τύχη.
Δεν μπορείς να καταλάβεις γιατί γίνονται τα επεισόδια; Σίγουρα, δεν είναι μόνο η μαστούρα, σίγουρα δεν είναι το ότι οι δύο «στρατοί» έχουν πρόθεση να σκοτωθούν, αν και μέσα σ’ αυτή την κατάσταση το αισθάνεσαι, ότι ναι δεν αποκλείεται να συμβεί κι αυτό. Οι περισσότεροι το βλέπουν σαν παιχνίδι. Αν κάποιον από τους απέναντι τον συναντούσες κάπου έξω, σίγουρα θα έπινες ένα ποτό μαζί του και θα γελούσατε, συζητώντας για αθλητικά. Εκείνη την ώρα όμως είναι εχθρός, είναι ο γαύρος, ο βάζελος, ο τάδε, ο δίνα. Και δεν χρειάζεται να σου ποτίσει κάποιος το μυαλό με μαλακίες. Αυτό ή το νιώθεις στον εαυτό σου ή όχι. Η νίκη είναι το λάφυρο, η επιβράβευση και η υπερηφάνεια το σύνθημα. Εάν τους «τρέξεις» έχει καλώς, εάν όχι αναζητούνται οι αιτίες της ήττας. Γελοιότητες, που εκείνη την ώρα δεν τις σκέφτεσαι…όχι γιατί είσαι πιωμένος…Και ο πιωμένος έχει συνείδηση. Δεν ξέρω γιατί. Όσο και αν μίλησα με τον εαυτό μου δεν βρήκα απάντηση. Αναρωτήθηκα όμως: Αλήθεια πόσα πράγματα κάνουμε στην ζωή μας που δεν έχουν νόημα;
Μπαίνουμε ξανά στο λεωφορείο…
-Ουάου, τι φάση ήταν αυτή; Λέει κάποιος σχεδόν λαχανιασμένος…
-Μαλακίες…του λέω…
-Ναι βέβαια, μαλακίες γιατί «κότεψες»…δεν σε είδα νομίζεις που καθόσουν πίσω-πίσω μην τυχόν και σου ρθει καμιά…
Τον πιάνω από το πέτο και τον τραβώ μπροστά στα μούτρα μου, έτσι για να με ακούσει…
-Ναι ρε μαλάκα…«κότεψα» γιατί δεν σκοπεύω να πεθάνω χωρίς λόγο κατάλαβες; Γιατί δεν σκοπεύω να πεθάνω και τη μάνα μου πριν την ώρα της και γιατί δεν θέλω να κάτσω σε ένα αναπηρικό καροτσάκι από τα 20 μου και όταν θα με ρωτήσουν γιατί το παθα να τους πω απλά πως ήμουν μαλάκας…
Τραβήχτηκε και σώπασε…γύρισε προς τα πίσω και άρχισε πάλι να φωνάζει…
-Καλή φάση…
Τα λεωφορεία των «εχθρών» συνεχίζουν την άνοδο τους.
-Παιδιά οι γαύροι είναι πολλοί και κατεβαίνουν και οι οπαδοί άλλης ομάδας, για το ματς με την Προοδευτική. Έχετε κανένα τηλέφωνο να τους ειδοποιήσουμε;
-Έχω εγώ…Έλα Γιώργο, προσέξτε μην κάνετε καμία μαλακία και κατεβείτε, από τα λεωφορεία. Τούτοι εδώ είναι αδίστακτοί. Γράψτε τους και συνεχίστε…
Η προειδοποίηση δεν εισακούστηκε και σε λίγο τα νέα από το «μέτωπο», ήρθαν και ήταν άσχημα…
-Οι τάδε έφαγαν πολύ ξύλο…Μακελειό έγινε…Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πόσο μεγάλο…
Φτάσαμε στο Σχηματάρι, όταν εμφανίστηκε η πρώτη κλούβα για έλεγχο…
-Καλώς την «Βουλγαρία»…είπε κάποιος και τα αίματα ξανάναψαν.
-Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι και τα σχετικά…
Ο έλεγχος συνεχίστηκε και ξεκινήσαμε για Νίκαια. Έξω από το γήπεδο, νέος έλεγχος…Και επιτέλους…Ο αγωνιστικός χώρος, οι παίκτες κάνουν ζέσταμα και εμείς μπορούμε να φωνάξουμε για την ομάδα μας. Με πλησιάζει ξανά ο Σήφης…
-Ρε συ, δες λίγο το κεφάλι μου…Με φαγουρίζει και δεν ξέρω γιατί…
Τον ψάχνω, είναι γεμάτο γυαλιά…Μαλάκα μην κουνηθείς…Είσαι τόσο ηλίθιος που θα μπορούσες να πάθεις ζημιά…
Το ματς τελειώνει 1-1…Στο δρόμο για τα λεωφορεία τραγουδάμε μαλακίες και γελάμε…Ένας αστυνομικός με κλωτσάει…
-Σταμάτα της μαλακίες και μπες στη σειρά…
Μπαίνουμε στα λεωφορεία αλλά δεν φεύγουμε. Περιμένουμε και τους οπαδούς της άλλης ομάδας που παίζει σε διπλανή περιοχή. Αυτή τη φορά θα πάμε όλοι μαζι… Το λεωφορείο τους έρχεται…Είναι και αυτό σπασμένο. Είναι και αυτοί κουρασμένοι, κι έχουμε και επιστροφή.
Στην επιστροφή τυλιγόμαστε με το πανί, γιατί χωρίς παράθυρα το κρύο σου κόβει την ανάσα…Επιστρέφουμε…
-Παιδιά, ραντεβού την άλλη εβδομάδα…
Γυρίζω σπίτι, με βλέπει η μάνα μου και σκάει ένα χαμόγελο. Γύρισα σώος.
-Να σου ετοιμάσω κάτι να φας;
-Όχι μάνα, δεν έχω όρεξη…πάω να την πέσω είμαι πτώμα…
Το κεφάλι μου βυθίζεται στο μαξιλάρι και εγώ στις σκέψεις μου…
-Τέλος, λέω από μέσα μου. Όσο και αν ψάχνω δεν υπάρχει νόημα. Αδυνατώ να βρω απαντήσεις. Είμαι μόλις 20, αγαπώ την ζωή. Θέλω να μάθω κι άλλα, να κάνω πολλά πράγματα. Θέλω να βρω μια γκόμενα, να κάνω έρωτα μαζί της, να βγω με φίλους, να πάω σινεμά, να γυρίσω τον κόσμο…Και μα την αλήθεια, αν κάποιος με σκότωνε στη «μάχη» για πιο λόγο θα είχα προσφέρει τη ζωή μου; Τι θα κέρδιζε από αυτό, ο κόσμος, η ομάδα ή ακόμα και ο αντίπαλος. Θα άξιζε τον κόπο; Και βέβαια κανένας άνδρας με γραβάτες και κουστούμι δεν θα με οδηγούσε στο θάνατο. Μόνος μου θα πήγαινα. Εγώ και η παιδική μου βλακεία…
ΥΓ: Αυτά για όσους δεν έχουν δει απλώς το Φούτμπαλ Φάκτορι…
Subscribe to:
Posts (Atom)