Think Positive or...not?

My Photo
Name: Τhomas Kal.
Location: Thessaloniki, Thessaloniki, Greece

Ο κόσμος όλος είναι ένας Κώλος γι' αυτό γ@μ@ τον πριν σε χέσει!

Friday, July 03, 2009

Δύο τραγούδια για έναν Θρύλο


Σαν σήμερα έφυγε από την ζωή ο Τζιμ Μόρισον, ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες -κατά την άποψή μου- που έζησαν ποτέ σ' αυτόν τον κόσμο...Αφιερωμένα λοιπόν σ' αυτόν, δύο από τα αγαπημένα μου τραγούδια του....

THE SEVERED GARDEN

Wow, I'm sick of doubt
Live in the light of certain
South
Cruel bindings.
The servants have the power
Dog-men and their mean women
Pulling poor blankets over
Our sailors

I'm sick of dour faces
Staring at me from the tv
Tower, I want roses in
My garden bower; dig?
Royal babies, rubies
Must now replace aborted
Strangers in the mud
These mutants, blood-meal
For the plant that's plowed.

They are waiting to take us into
The severed garden
Do you know how pale and wanton thrillful
Comes death on a strange hour
Unannounced, unplanned for
Like a scaring over-friendly guest you've
Brought to bed
Death makes angels of us all
And gives us wings
Where we had shoulders
Smooth as raven's
Claws

No more money, no more fancy dress
This other kingdom seems by far the best
Until it's other jaw reveals incest
And loose obedience to a vegetable law.

I will not go
Prefer a feast of friends
To the giant family.



ΤΗΕ ΕΝD

This is the end
Beautiful friend
This is the end
My only friend, the end

Of our elaborate plans, the end
Of everything that stands, the end
No safety or surprise, the end
Ill never look into your eyes...again

Can you picture what will be
So limitless and free
Desperately in need...of some...strangers hand
In a...desperate land

Lost in a roman...wilderness of pain
And all the children are insane
All the children are insane
Waiting for the summer rain, yeah

Theres danger on the edge of town
Ride the kings highway, baby
Weird scenes inside the gold mine
Ride the highway west, baby

Ride the snake, ride the snake
To the lake, the ancient lake, baby
The snake is long, seven miles
Ride the snake...hes old, and his skin is cold

The west is the best
The west is the best
Get here, and well do the rest

The blue bus is callin us
The blue bus is callin us
Driver, where you taken us

The killer awoke before dawn, he put his boots on
He took a face from the ancient gallery
And he walked on down the hall
He went into the room where his sister lived, and...then he
Paid a visit to his brother, and then he
He walked on down the hall, and
And he came to a door...and he looked inside
Father, yes son, I want to kill you
Mother...i want to...fuck you

Cmon baby, take a chance with us
Cmon baby, take a chance with us
Cmon baby, take a chance with us
And meet me at the back of the blue bus
Doin a blue rock
On a blue bus
Doin a blue rock
Cmon, yeah

Kill, kill, kill, kill, kill, kill

This is the end
Beautiful friend
This is the end
My only friend, the end

It hurts to set you free
But youll never follow me
The end of laughter and soft lies
The end of nights we tried to die

Thursday, June 25, 2009

Διαγωνισμός τραγουδιού

Δεν θυμάμαι από πότε έχω να γράψω δύο μέρες συνεχόμενες στο blog μου. Πιθανότατα δεν έχω γράψει ποτέ. Πάντα μου φαινόταν αστείο. Ακόμη θυμάμαι την γνωριμία μου με τον φίλο μου τον Χρήστο (από την Άρτα της Ηπείρου) στην σχολή Δημοσιογραφίας. «Ξέρεις φίλε, έχω και ένα χόμπι. Μ’ αρέσει να γράφω» μου είχε πει και η φράση που μου ήρθε στο μυαλό την οποία του έχω μεταφέρει (βεβαίως, βεβαίως) ήταν απλή, αλλά περιεκτική: «Τι ξενέρωτος μαλάκας είν’ τούτος». Πόσο λάθος είχα κάνει; Ο φίλος μου ο Χρήστος, είναι από τους ανθρώπους που πραγματικά εκτίμησα και πήρα πράγματα από αυτόν, στο διάστημα της φιλίας μας, η οποία μάλιστα αντέχει ακόμα στο πέρασμα των χρόνων και εύχομαι να παραμείνει για πάντα. Διότι όσο και αν δεν το παραδέχεται, παραμένει το ίδιο «τρελός», όσο και «φιλόσοφος».
Το σημερινό κείμενο πάντως, δεν είναι δικό μου. Το δανείζομαι από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Να σου πω μια ιστορία». Αν μπορούσα θα μετέφερα ολόκληρο το βιβλίο, γιατί πραγματικά είναι καταπληκτικό, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Μεταφέρω λοιπόν την ιστορία, που έχει να κάνει με έναν διαγωνισμό τραγουδιού.

«Μίζερος μπορεί να είναι αυτός που στερείται –ή νομίζει ότι στερείται- τα απαραίτητα. Είναι αυτός που χρειάζεται αυτό που δεν έχει για να πάψει να είναι μικροσκοπικός. Είναι αυτός που αρνείται να δώσει, γιατί τα θέλει όλα δικά του. Είναι ο δύστυχος φουκαράς που δεν μπορεί να δει άλλες επιθυμίες, πέρα από τις δικές του».
Ο Χόρχε έμεινε σιωπηλός ανασκαλεύοντας την μνήμη του, κι εγώ βολεύτηκα καλύτερα για να ακούσω όσα ακολούθησαν.

Μια φορά έφτασε στη ζούγκλα μια κουκουβάγια που είχε ζήσει αιχμάλωτη και εξήγησε σε όλα τα ζώα τις συνήθειες των ανθρώπων.
Έλεγε, για παράδειγμα, ότι στις πόλεις ταξινομούσαν τους καλλιτέχνες με βάση τη δεξιοτεχνία τους, με στόχο να ξεχωρίσουν τους καλύτερους σε κάθε τομέα –ζωγραφική, σχέδιο, γλυπτική, τραγούδι…
Η ιδέα να υιοθετήσουν τις ανθρώπινες συνήθειες κέρδισε τα ζώα και ίσως γι’ αυτό οργάνωσαν αμέσως ένα διαγωνισμό τραγουδιού. Δήλωσαν αμέσως συμμετοχή όλοι οι παρόντες, από το καναρίνι μέχρι το ρινόκερο.
Με την καθοδήγηση της κουκουβάγιας που είχε εκπαιδευτεί στην πόλη, αποφάσισαν ότι ο διαγωνισμός θα γινόταν με γενική μυστική ψηφοφορία όλων των διαγωνιζόμενων. Δηλαδή η κριτική επιτροπή, θα ήταν οι ίδιοι οι διαγωνιζόμενοι.
Έτσι κι έγινε. Όλα τα ζώα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, ανέβηκαν στο βάθρο και τραγούδησαν κερδίζοντας ένα μικρό ή μεγάλο χειροκρότημα του κοινού. Μετά, έγραψαν την προτίμησή τους σ’ ένα χαρτάκι και το έριξαν, διπλωμένο, σε μια μεγάλη κάλπη που τη φύλαγε η κουκουβάγια.
Όταν ήρθε η στιγμή της καταμέτρησης, η κουκουβάγια ανέβηκε πάνω στην πρόχειρη σκηνή και, με την βοήθεια δύο ηλικιωμένων πιθήκων, άνοιξε την κάλπη για να βγει το αποτέλεσμα εκείνης της «αδιάβλητης εκλογικής διαδικασίας» της «γενικής και μυστικής ψηφοφορίας» που ήταν «υπόδειγμα δημοκρατίας», όπως είχε ακούσει να λένε οι πολιτικοί στις πόλεις.
Ένας από τους δύο γέροντες τράβηξε το πρώτο ψηφοδέλτιο και η κουκουβάγια, μπρος στην γενική συγκίνηση, φώναξε: «Η πρώτη ψήφος, αδέρφια, είναι για το φίλο μας το…γάιδαρο!»
Έπεσε σιωπή και ακολούθησαν μερικά διστακτικά χειροκροτήματα.
«Δεύτερη ψήφος: Ο Γάιδαρος!»
Γενική σαστιμάρα.
«Τρίτη: Ο Γάιδαρος!»
Οι παρόντες άρχισαν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον, έκπληκτοι στην αρχή, με βλέμμα επιτιμηκό ύστερα και τέλος, όταν συνέχισαν να βγαίνουν οι ψήφοι υπέρ του γαϊδάρου, όλο και πιο ντροπιασμένοι. Αισθάνονταν ένοχοι για την ψήφο τους.
Όλοι ήξεραν ότι δεν υπήρχε χειρότερη φωνή από το απαίσιο γκάρισμα του κι ωστόσο, η μία μετά την άλλη, οι ψήφοι τον εξέλεγαν καλύτερο τραγουδιστή.
Κι έτσι τελικά, μόλις τελείωσε η καταμέτρηση, βγήκε απόφαση ύστερα από «ελεύθερη απόφαση της αδέκαστης επιτροπής κριτών» ότι ο γάιδαρος με το παράτονο και ενοχλητικό γκάρισμα ήταν ο νικητής.
Και ανακηρύχθηκε ως «η καλύτερη φωνή της ζούγκλας και των περιχώρων».
Η κουκουβάγια εξήγησε μετά τι είχε συμβεί. Κάθε διαγωνιζόμενος, θεωρώντας τον εαυτό του αδιαμφισβήτητο νικητή, είχε δώσει την ψήφο του στον χειρότερο του διαγωνισμού, που δεν θα αποτελούσε απειλή για τη νίκη του.
Η εκλογή ήταν σχεδόν ομόφωνη. Μόνο δύο ψήφοι δεν ήταν για τον γάιδαρο. Η μία ήταν η δική του. Επειδή πίστευε ότι δεν είχε τίποτα να χάσει, ψήφισε με ειλικρίνεια τη γαλιάντρα. Η άλλη, ήταν του ανθρώπου, ο οποίος φυσικά είχε ψηφίσει τον…εαυτό του.


«Βλέπεις λοιπόν Ντεμιάν. Αυτό σημαίνει μιζέρια στην κοινωνία μας. Όταν νιώθουμε τόσο σπουδαίοι και δεν αφήνουμε χώρο για τους άλλους, όταν πιστεύουμε ότι αξίζουμε πολλά και δεν μπορούμε να δούμε πέρα από τη μύτη μας, όταν φανταζόμαστε πως είμαστε υπέροχοι και δε δεχόμαστε σε καμιά περίπτωση να μείνει απραγματοποίητη η επιθυμία μας, τότε πολύ συχνά η ματαιοδοξία, η μικροψυχία, η ηλιθιότητα και η ποταπότητα μας κάνουν μίζερους. Όχι εγωιστές, Ντεμιάν, αλλά μίζερους. Μί-ζε-ρους!

Wednesday, June 24, 2009

Τα νεύρα μου, τα χάπια μου και ένα…ταξί να φύγω


Να λοιπόν που ήρθε η ώρα να ξαναγράψω σε αυτήν εδώ την άγνωστη γωνιά του κυβερνοχώρου. Και ο λόγος προφανής. Έχω τα νεύρα μου (τι πρωτότυπο). Μια φίλη μου, η Κατερίνα (καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται στην ορεινή Αγγλία) πάντα μου έλεγε ότι…«εσύ δεν μπορείς να γράψεις καλά αν δεν είσαι εκνευρισμένος. Αν είσαι μέσα στην τρελή χαρά τα κείμενα σου, είναι για φτύσιμο» (Καλά το τελευταίο δεν το έχει πει έτσι ακριβώς, αλλά η ουσία αυτή είναι). Και πράγματι κάπως έτσι πρέπει να έχουν τα πράγματα.
Αλλά γιατί μου συμβαίνει αυτό; Μην είναι η κρίση των 30; Χριστός (Ανέστη) και Απόστολος (Γκλέτσος), ποτέ δεν με απασχόλησε η ηλικία μου (ασχέτως αν κάποιοι προσπαθούν με νύχια και με δόντια να με πείσουν ότι τώρα θα έπρεπε να παίζω πρέφα σε καφενείο). Απόδειξη του ότι δεν με φοβίζει η ιδέα του θανάτου. Μην είναι το καλοκαίρι που γενικότερα μου την δίνει στα νεύρα; Μπα...όσο και να μη μ' αρέσει αυτή η εποχή, έχει και την γλύκα της. Μην είναι οι επαγγελματικές μου ανησυχίες; Καλός λόγος. Η ιστορία με το λουκέτο στον «Ελεύθερο Τύπο» με συγκλόνισε. Όχι για τους δημοσιογράφους που εμφανίζονται στο γυαλί καθημερινά ή έχουν άλλες 35 δουλειές στην καβάντζα…Α, μπα! Καρφάκι δεν μου καίγεται γι’ αυτούς. Για τους άλλους είναι όλη η ιστορία. Γι’ αυτούς που τρέχουν από το πρωί μέχρι το βράδυ προκειμένου να δικαιολογήσουν τον μισθό τους. Γι’ αυτούς που περνάνε μια ολόκληρη ζωή μέσα σε ένα γραφείο, ώστε να γεμίσουν μονόστηλα, δίστηλα, να βάλουν τίτλους και υπότιτλους. Αυτούς που τρέχουν στους δρόμους με ότι μέσο διαθέτουν, που αγωνιούν με κίνδυνο την ψυχική και σωματική τους υγεία, διότι για τον «μικρό» ρεπόρτερ που δεν τον ξέρει ούτε η μάνα του, υπάρχουν πράγματα σ’ αυτή τη ΔΟΥΛΕΙΑ που δεν πληρώνονται. Ότι μισθό και να παίρνεις. Αυτοί έμειναν στον δρόμο την Δευτέρα, αυτοί θα ξυπνήσουν και δεν θα ξέρουν τι να πουν στα παιδιά τους, αυτοί θα ψάχνουν από σήμερα στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα.
Τώρα βέβαια θα μου πεις, επιλογή σου είναι ρε καραγκιόζη και το αντάλλαγμα είναι φιλοδοξία, δόξα, φήμη, δημοσιότητα και μάλιστα παραπάνω από αυτή των 15 λεπτών που αναλογούν στον καθένα σύμφωνα με τον Άντι Γουόρχολ.
Δεν θα διαφωνήσω απόλυτα αν και οι προσωπικές μου φιλοδοξίες στον χώρο έχουν ταβάνι, το οποίο μπορώ να πω ότι το άγγιξα, αλλά όχι με ολόκληρη την παλάμη μου. Εξάλλου το κείμενο είναι δικό μου, σε μένα αναφέρομαι και ότι θέλω το κάνω…(χιούμορ). Θα μπορούσα να αναφερθώ και εγώ στην εποχή της "οικονομικής ανομβρίας" μέχρι να φτάσει η ευλογημένη μέρα να μπω στον κόσμο των "μισθωτών". Από την εποχή του "δεν έχω μία στην τσέπη μου, ούτε για τσιγάρα" μέχρι σήμερα που τα καταφέρνω, αλλά σκοπός δεν είναι να...μαρθοβουρτσίσω με τις ιστορίες μου. Λίγο νοιάζει τον καθένα αυτό. Εξάλλου ήταν επιλογή μου και λίγο - πολύ τα νέα παιδιά γνωρίζουν πως πριν μπουν στο συνάφι πρέπει πρώτα να σχηματιστεί ο κώλος τους στην καρέκλα και μετά να αρχίσουν να ζωγραφίζουν το μέλλον τους.
Ο περισσότερος κόσμος πιστεύει ή θεωρεί ότι δημοσιογραφία είναι η…βιτρίνα. Κακώς. Αυτό είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη, η διαφορετική είναι μακριά από φώτα που σε τυφλώνουν. Είναι η δημοσιογραφία, της αγωνίας, του φόβου για το αύριο, της δράσης, αλλά και πολλές φορές της αντίδρασης. Και δυστυχώς ο χώρος μας, εκτός από το εύκολο θύμα, εκτός από την ταμπέλα της «ρουφιανιάς» που σε ορισμένες περιπτώσεις κέρδισε με το σπαθί του, δεν προστατεύεται από τους ίδιους τους εκπροσώπους του. Είναι όντως πολύ διαφορετική η δημοσιογραφία από αυτή που ονειρεύτηκα όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα. Δεν είναι όμως και αυτό το έκτρωμα που παρουσιάζεται. Θέλει «κότσια» κύριοι για να την ακολουθήσεις. Κυρίως προσωπικά κότσια. Δεν αντέχουν όλοι. Χάνεις πολλά από την προσωπική σου ζωή. Έχω ακούσει συνάδελφο να μου λέει…«Το παιδί μου μεγάλωσε και εγώ δεν το κατάλαβα». Κάποιος άλλος μου είπε χθες με αφορμή το κλείσιμο του «Ελεύθερου Τύπου» ότι ένα είναι σίγουρο: «Εγώ και εσύ φίλε μου, δεν πρόκειται να συνταξιοδοτηθούμε από αυτή τη δουλειά. Όταν θα έρθει η ώρα μας το μόνο που θα έχει απομείνει θα είναι η οδοντοστοιχία μας θαμμένη κάτω από μια μαρμάρινη πλάκα». Οι φράσεις αυτές δεν απέχουν πολύ από τις σκέψεις μου τελευταία. Συχνά, κατά την διάρκειά της βάρδιάς μου, κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους που περιβάλλονται από οθόνες υπολογιστών και πρωτοσέλιδα σκέφτομαι. «Άραγε όταν θα φτάσω 50 χρονών τι θα έχω κάνει στη ζωή μου; Θα έχω ζήσει ή θα μοιάζω με φυλακισμένο που είδε τον έξω κόσμο, τρόμαξε και ξαναγύρισε γιατί δεν είχε που αλλού να πάει». Βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου να διασκεδάζουν, βλέπω τους δικούς μου ανθρώπους να ταξιδεύουν, να…φεύγουν χωρίς να τους νοιάζει αν εμένα αυτό μου στοιχίζει. Είδα ανθρώπους να μου γυρνούν την πλάτη γιατί δουλεύω πολλές ώρες, άλλους πάλι να τους χάνω επειδή δεν είχα χρόνο. Θυμάμαι ένα Σάββατο μεσημέρι μέσα στο κατακαλόκαιρο να παίρνω τρεις φίλους μου να πάμε για καφέ κάπου στη Θεσσαλονίκη, αλλά εις μάτην…Όλοι τους ήταν στον Αρμενιστή σε απόσταση αναπνοής ο ένας από τον άλλο χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν. Τους «ένωσα» τις σκηνές, τους έκανα μια παρέα και εγώ έσκυψα το κεφάλι και συνέχισα να γράφω για να ξεχαστώ. «Παίκτης του Ηρακλή (του ΠΑΟΚ, του Άρη) είναι από χθες ο τάδε».
Ποτέ μου δεν φοβήθηκα τη δουλειά. Πάντα θωράκιζα τον εαυτό μου, απέναντι σε κάθε τι που προσπαθούσε να με πείσει ότι δεν πρέπει να της δώσω τα πάντα. Πλέον δεν ξέρω…Μου είναι δύσκολο. Δύο γερά «χαστούκια» μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα με έκαναν να νιώσω φόβο και ανασφάλεια. Να ψαχτώ και να σκεφτώ τι θέλω να κάνω. Θα συνέλθω άραγε; Κανείς δεν ξέρει…Την αγαπώ την δουλειά μου, αλλά πάει καιρός που την θεωρούσα την καλύτερη «γκόμενα»…Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να το παλέψω και ίσως καταφέρω να αναστυλώσω την ταλαιπωρημένη μου ψυχολογία… Εξάλλου, όπως λέει και η φίλη μου η Κατερίνα…«εσύ αγόρι μου χωρίς φασαρία, χωρίς τα γνωστά σου «καντήλια» και χωρίς νεύρα, δεν μπορείς να γράψεις». Μπορεί να έχει και δίκιο…Αν δεν τα καταφέρω, δεν θα φοβηθώ να γυρίσω σελίδα. Τώρα που είμαι ακόμα νέος και υπάρχω.

Sunday, May 31, 2009

Τα «άκρα» που κατέκτησα

Άκρα δεξιά ή άκρα αριστερά; Κάτω άκρα ή άνω άκρα; Άκρα μυστικότητα ή άκρα διαχυτικότητα; Όχι σήμερα δεν θα μιλήσω ούτε για πολιτικό ιδεαλισμό, ούτε για ανατομία, ούτε για ψυχολογία. Θα μιλήσω για τα δικά μου άκρα. Αυτά που όσο και να πλαγιάσεις, όσο και να απλώσεις τα ακροδάχτυλα, δύσκολα τα φτάνεις. Αυτά που σου καταλογίζουν οι άλλοι, χωρίς να «βλέπουν» τι πραγματικά συμβαίνει. Αυτά είναι τα άκρα που κατέκτησα.
Αυτά τα άκρα που σε έκαναν να τα βάλεις όλα στην «άκρη» και να «αφοσιωθείς». Αυτά που σε έκαναν να μετράς, τις ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα για να αντικρίσεις αυτό που πραγματικά θέλεις. Αυτά, που σε έκαναν να κάθεσαι σε αναμμένα κάρβουνα γιατί ήθελες, αλλά δεν είχες. Αυτά που σε έκαναν να καρτεράς, να διεκδικείς και τελικά να τα παίρνεις όλα με το στανιό. Αυτά που κατέκτησες και θα έπρεπε να αισθάνεσαι υπόλογος γι’ αυτό. Αυτά, που όταν έβγαινες δεν ζούσες την στιγμή, αλλά είχες το μυαλό σου «αλλού». Και αυτό κακό ήταν, δεν υπέγραψες κανένα συμβόλαιο. Αυτά που έκανες και κανείς δεν κατάλαβε γιατί τα κάνεις. Αυτά για τα οποία έκανες υπομονή προκειμένου να κατακτήσεις μια «κορυφή». Αυτά, για τα οποία μιλούσες και σε ενοχλούσαν, αλλά δεν περίμενες απαντήσεις, ούτε καν ένα χάδι. Αυτά για τα οποία μίλησες, αλλά σου γύρισαν την πλάτη με ένα ξερό «καληνύχτα». Αυτά για τα οποία περίμενες να ακούσεις τον ήχο του κινητού σου και εκείνο σε κοιτούσε με περιφρόνηση σαν να σου έλεγε «κλείσε τα μάτια σου και μην περιμένεις άλλο». Αυτά που πήρες τις μετρητοίς χωρίς να έχεις μάθει ή συνηθίσει να σου αφήνουν κάτι στη μέση, έτσι χωρίς να το ισιώσεις. Αυτά για τα οποία πλήγωσες, πληγώθηκες, μάλωσες, θύμωσες μα πάντα είχες μια θέση ανέγγιχτη. Αυτά για τα οποία γέλασες (καμιά φορά με ανούσια αστεία), αυτά για τα οποία ντράπηκες να πάρεις πρωτοβουλία, φοβήθηκες να προτείνεις, «κλείδωσες» επιθυμίες. Αυτά για τα οποία είσαι «ξεροκέφαλος» και καμιά φορά δεν δέχεσαι κουβέντα. Αυτά για τα οποία ξεστόμισες άσχημα πράγματα χωρίς στην πραγματικότητα να τα εννοείς, αυτά για τα οποία ξενύχτησες κάτω από μια πόρτα. Αυτά για τα οποία έκλαψες, πληγώθηκες, φέρθηκες άσχημα. Αυτά για τα οποία κράτησες ψηλά τον εγωισμό σου και αυτά για τα οποία τον «ποδοπάτησες» με στόχο ένα καλύτερο αύριο. Αυτά για τα οποία αισθανόσουν ευτυχισμένος απλά και μόνο με μία αγκαλιά. Αυτά για τα οποία καθόσουν σε ένα μπαρ ένα βράδυ και κάποιος σου είπε «άντε γαμήσου». Αυτά για τα οποία έτρεξες ανά πάσα ώρα και στιγμή, που δεν δίστασες να ακυρώσεις, που δεν θυσίασες μια καλή έξοδο για ένα καλό ποτό, για μια παρέα. Αυτά για τα οποία θα ήθελες να είσαι, αλλά δεν είσαι. Αυτά για τα οποία είπες θα αλλάξεις και παρέμεινες ίδιος. Αυτά για τα οποία έχεις «αρχές». Αυτά για τα οποία σου καταλογίζουν, χωρίς να μπορούν να δουν βαθιά μέσα σου. Αυτά για τα οποία γεννήθηκες, αλλά δεν ήθελες να έχεις γεννηθεί. Αυτά για τα οποία άντεξες, παρά το γεγονός ότι το «βάρος» σου λύγισε τα πόδια. Αυτά για τα οποία «έθαψες» βαθιά μέσα σου, με ένα φτυάρι και λίγο χώμα. Αυτά που σου άφησαν σημάδια, γιατί θεωρείς ότι η αγάπη είναι το παν. Αυτά τα οποία «χτύπησες», αλλά και σε «χτύπησαν».

Αυτά είναι τα δικά μου άκρα, από τότε που με γνώρισα, με γνώρισες, με γνώρισε, με γνώρισαν, με έχουν γνωρίσει, θα με γνωρίσουν…

Tuesday, March 03, 2009

Σκληρά λόγια από μένα για...μένα

Τι έγινε τώρα; Έκανες τη ζωή σου μια λεκάνη και πάνω που ήσουν έτοιμος να την χέσεις, αποφάσισες να τα βάλεις όλα κάτω; Τι έγινε τώρα; Σου μοιάζουν όλα χαμένα, ψάχνεις άτομο να πιαστείς και δεν υπάρχει κανείς; Τι έγινε τώρα; Πάνω που νόμιζες ότι η ζωή σου έπαιξε καλό παιχνίδι, ξαφνικά ανακάλυψες ότι οι επιλογές σου ήταν μεταξωτό περιτύλιγμα που πετάχτηκε στα σκουπίδια; Τι έγινε τώρα; Αποφάσισες ότι είναι ανώφελο να κάνεις τους άλλους να χαμογελούν, όταν εσύ ο ίδιος φοράς μια μάσκα και δείχνεις ευτυχισμένος ενώ δεν είσαι; Τι έγινε τώρα; Βαρέθηκες να σου «πατούν» το φιλότιμο, γιατί είσαι ανίκανος να πάρεις την κατάσταση στα χέρια σου; Τι έγινε τώρα; Μήπως αυτό που πάντα φοβόσουν; Ότι θα μείνεις μόνος κάποια στιγμή, να μετράς τις δικές σου πληγές και αυτές που άνοιξες σε άλλους, ασχέτως αν το ήθελες ή όχι; Τι έγινε τώρα; Αποφάσισες να βάλεις μια τάξη στην ζωή σου, αλλά αυτή πήγε και κάθισε στο τελευταίο θρανίο για να μην βλέπει μπροστά;
Σήμερα μαλάκα θα πούμε αλήθειες…Θα πούμε όλα αυτά που επιμελώς κρύβεις μέσα σου, αλλά έρχονται μέρες σαν και αυτές που δεν αντέχεις το βάρος. Που θέλεις να μπεις σε ένα αεροπλάνο και να αφήσεις τα πάντα πίσω σου, να ξεκινήσεις μια καινούργια ζωή, μακριά από όλους και από όλα. Κάπου που να μην σε ξέρουν και να μην ξέρεις κανέναν. Μακριά από γονείς που προσπάθησες να «νουθετήσεις», μήπως και κάποια στιγμή καταλάβουν. Μακριά από την δουλειά που θυσίασες τα πάντα για να την ακολουθήσεις, αλλά δεν αντέχεις άλλο. Μακριά από τις γυναίκες, που πάντα προσπαθούσες να καταλάβεις.
Τι λάθος και αυτό; Ποτέ δεν μπόρεσες να ζυγίσεις καταστάσεις. Ποτέ δεν μπόρεσες να κάνεις υπομονή. Πάντα ζήταγες την ασφάλεια αλλά και εδώ δεν ήσουν σωστός. Τα ήθελες όλα ή τίποτα. Άλλοτε πάλι άφηνες τον εαυτό σου. Ήξερες πως ορισμένα πράγματα δεν γίνονται σωστά. Ή τα αντιμετώπιζες με απάθεια γιατί είχες βαρεθεί που τα έτρωγες αμάσητα, είτε γιατί τα «έπνιγες» μέσα σου και δεν μίλαγες καθόλου. Πάντα ζητούσες από τον άλλον να σε καταλάβει, να δει τι κρύβεις μέσα σου, να δει τι μπορείς να προσφέρεις. Πάντα ζητούσες την αγάπη και πίστευες ότι τα πράγματα που θέλεις είναι πολύ απλά για να είσαι ευτυχισμένος. Εσύ όμως, πότε κατάλαβες πραγματικά τον εαυτό σου; Ποτέ δεν σκέφτηκες με την λογική. Πάντα με το συναίσθημα. Φάτα τώρα και μην μιλάς!
Δεν σου είπαν κακομοίρη μου, ότι σ’ αυτόν τον κόσμο για να επιβιώσεις πρέπει να σέβεσαι πάνω από όλα τον εαυτό σου; Δεν σου είπαν ότι δεν κάνει να γίνεσαι χαλί για κανέναν, γιατί θα έρθει η ώρα που θα σε τυλίξουν και θα σε βάλουν σε μια ντουλάπα γιατί σκοροφαγώθηκες ή γιατί άρχισαν να ξεφτίζουν τα κρόσια σου; Δεν σου είπαν ότι χρειάζεται που και που λιγάκι αξιοπρέπεια; Δεν σου είπαν ότι σε όλα χρειάζεται μέτρο; Ούτε υπέρμετρος ενθουσιασμός, αλλά ούτε και ανείπωτη στεναχώρια; Δεν σου είπαν ότι ο κόσμος δεν είναι «χειρολαβή» να την σφίγγεις στα δύσκολα; Όταν όλα δίπλα σου κουνιούνται συθέμελα;
Τι νόμιζες δηλαδή ρε φίλε; Ότι όλοι σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο που σκέφτεσαι εσύ; Ότι δεν τους νοιάζει να ζορίζονται, αρκεί οι άλλοι να είναι χαρούμενοι; Να λοιπόν που δεν κερδίζεις τίποτα με όλα αυτά. Να που ήρθε η ώρα να «σκάσεις» και ο κρότος να κάνει θόρυβο. Τόσο θόρυβο που θα θορυβήσεις τους πάντες. Να που απομονώθηκες. Να που ήρθε η ώρα να δεις ότι όλα δίπλα σου μοιάζουν με μισογκρεμισμένα κτήρια που είτε πρέπει να τα φτιάξεις από την αρχή, είτε πρέπει να τα γκρεμίσεις για να χτίσεις κάτι καινούργιο.
Θα σου έλεγα να αλλάξεις. Αλλά τώρα να αλλάξεις; Τώρα που πάτησες τα τριάντα; Τόσα χρόνια μυαλό δεν έβαλες, γιατί να βάλεις τώρα. Μάζευες, μάζευες…μάζευες και τώρα δρέπεις τους καρπούς που σου αξίζουν. Τι; Θέλεις να φύγεις; Να πάς που ρε; Με τι εχέγγυα, με τι εφόδια; Τόσο εύκολο είναι νομίζεις, να ρίξεις μια μούντζα και να ξεκινήσεις πάλι από την αρχή; Όχι, φίλε. Εδώ θα κάτσεις, θα ρουφήξεις αυτό το…σιχαμερό ποτό μέχρι την τελευταία σταγόνα. Μέχρι να πιάσεις πάτο, για να ξέρεις τουλάχιστον ότι προσπάθησες. Για να μπορέσεις να ξανασηκωθείς και να σταθείς στα πόδια σου. Μέχρι να καταλάβεις ότι οι λάθος επιλογές στη ζωή, έχουν και το ανάλογο κόστος. Λυπάμαι που το λέω, αλλά αυτό το κόστος πληρώνεις. Γιατί εδώ και χρόνια, κάνεις τη μια μαλακία πίσω από την άλλη. Γιατί, αν η ζωή σου ήταν στοίχημα, τότε έχει ποντάρει σε ένα δελτίο με λάθη, μήπως και σου κάτσει η πουτάνα η τύχη και πιάσεις την καλή. Είσαι ηλίθιος μα την αλήθεια…Σπανίζουν τέτοιοι μαλάκες σαν και εσένα. Κουνήσου και μάζεψε ότι προλαβαίνεις. Πάψε να περιμένεις κάποιον να σου πει τι θα κάνεις για να το κάνεις. Μερεμέτιασε τη ζωή σου και βάλε σε μια τάξη τις σκέψεις σου. Μην αφήσεις κανέναν ξανά να αγγίξει την ψυχή σου και στην προσπάθεια του αυτή να την σφίξει τόσο που θα την πληγώσει. Θωρακίσου ΜΑΛΑΚΑΑΑΑ!!!! Φτάνει τόσο. Δώσε εσύ όποιο τέρμα θέλεις σε όλα αυτά. Μόνο πρόσεχε. Μη λαθέψεις πάλι.

Καληνύχτα μαλάκα! Και μην ξεχνάς η ζωή που έζησες μέχρι σήμερα δεν είχε πλάκα. Σε βαρέθηκα πια...Καλή τύχη

Wednesday, December 17, 2008

ΚΙ ΑΝ ΕΣΒΗΣΕ ΣΑΝ ΙΣΚΙΟΣ…

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά∙

Κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δεν θα ειπωθεί∙

Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σαν βλέπω το μεγάλο ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ’ζησα ζωή.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Στο κύμα...

Ακόμα κι αν θελήσεις να μοιάσεις σε εχθρό μου
δεν θα σ' απαρνηθεί ποτέ ούτε ένα κύτταρό μου.
Στο κύμα του μυαλού μου θα κολυμπάς για πάντα,
βγάζωντας ήχους τρομερούς, σαν δουλεμένη μπάντα.
Μακάρι μέσα μου να ζεις,
τους άδειους τόπους της καρδιάς μου να γεμίζεις
και τους αγρούς των πόνων μου, για πάντα να θερίζεις!

Στην Π.

Μέσα σ' αυτό το αχνό απ' το φως, κόκκινο του δωματίου μου
η μορφή σου προβάλει, γαλήνια, αγγελική όπως πάντα
να ταράζει τις ευαίσθητες χορδές του είναι μου.
Το περίγραμμα του σώματός σου άθηκτο στο κρεβάτι μου.
Πόσο θα 'θελα να χαθώ στο άπειρο των ματιών σου και αυτό το ξημέρωμα;
Στις ευωδίες που σκορπάει ο έρωτάς σου, στο ρίγος που διαπερνά τα χάδια σου.
Τώρα πια το ξέρω, είσαι το μισό κομμάτι του εαυτού μου!

Sunday, June 03, 2007

Ο Καιάδας είναι πάλι εδώ...


Λέγεται "Σόου του μεγάλου δωρητή", είναι reality τηλεπαιχνίδι και εδώ και λίγες μέρες οι Ολλανδοί το παρακολουθούν στις μικρές τους οθόνες. Προσέξτε όμως, δεν είναι όποιο και όποιο τηλεοπτικό σόου, είναι ένα πραγματικό άλμα στη λογική του reality και ταυτόχρονα ένα άλμα στο πιο μαύρο κενό της ανυρώπινης ευαισθησίας.

Διότι οι Ολλανδοί δεν θα στηθούν μπροστά στις μικρές τους οθόνες απλώς για να ψυχαγωγηθούν με το δράμα τεσσάρων συναθρώπων τους, μιας καρκινοπαθούς στο τελευταίο στάδιο και τριών νεφροπαθών που χρειάζονται επειγόντως μεταμόσχευση και η ζωή τους είναι σε κίνδυνο.
Αλλά θα έχουν την ευτυχία, να απολαύσουν χάρη στην ευρυματικότητα της τηλεοπτικής εταιρείας που παράγει το σόου -της ίδιας παρεπιπτόντως που έχει εφεύρει και το "Big Brother" - μια ξεχωριστή εξουσία: θα αποφασίσουν στέλνοντας SMS, ποιος από τους νεφροπαθείς θα πάρει τελικά το νεφρό που προσφέρει η ετοιμοθάνατη καρκινοπαθείς. Κοινώς θα αποφασίσουν ποιος θα ζήσει και ποιοι θα πεθάνουν.
Τραγικά απίστευτο και ταυτόχρονα τραγικά αληθινό. Σαν τον ναρκομανή, που ψάχνει την ανακούφιση σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις όλων και σκληρότερων ναρκωτικών, η τηλεόραση του "Big Brother" σκαλίζει όλο και πιο βαθιά στις ψυχές των ανθρώπων για να αποσπάσει από εκεί και να "βάλει στη μηχανή της" ότι πιο ταπεινό, πιο άγριο και αιμοβόρο κληροδότησε στον άνθρωπο η εποχή των σπηλαίων. Έτσι αυτό που ξεκίνησε σαν αθώο παιχνίδι κλειδαρότρυπας και εξελίχθηκε σε ελαφρά άσκηση εξουσίας (ποιος μένει, ποιος φεύγει, ποιος κλαίει, ποιος γελάει, ποιος πήρε τελικά τα λεφτά κτλ), φτάνει τώρα στην ιλιγγιώδη μαζική εξουσία του ολλανδικού σόου. Με μια σειρά επεισοδίων όπου η ετοιμοθάνατη θα αφηγηθεί το δράμα της και στη συνέχεια οι ικέτες του νεφρού της θα αφηγηθούν ο καθένας με τη σειρά του το δικό του. Κι όποιος αποσπάσει το δικό της οίκτο και τον οίκτο του κοινού, αυτός θα σωθεί!
Ο Καιάδας είναι ανοικτός μπροστά στα πόδια μας χάρη στην αφηνιασμένη τηλεόραση αυτού του είδους και ο τηλεθεατής καλείται να αποφασίσει ποιοι θα ριχτούν σ' αυτόν. Σήμερα, πρόκειται για ασθενής που δεν αξίζουν την συμπάθεια του κοινού και άρα δεν αξίζουν την την απονομή ενός νεφρού. Αύριο θα είναι κάποιοι άλλοι -απόκληροι, επικίνδυνοι, εγκληματίες, βιαστές- που θα κριθούν από μαζικά τηλεοπτικά δικαστήρια. Και με ένα καταιγισμό SMS θα επανέλθει στη ζοφερή πραγματικότητα της αιχμάλωτης στο έρεβός της "Big Brother εποχής" μας εκείνη η χαρακτηριστική χειρονομία των λυσσασμένων ρωμαϊκών μαζών: κάτω το δάχτυλο πεθαίνεις, πάνω το δάχτυλο ζεις!
Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε, αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με πταίσματα μαζικής αποβλάκωσης (βλ. Ανίτα Πάνια), ούτε με πλημμελήματα μαζικής συμμετοχής στην επιβολή τηλεοπτικών ποινών και στην απονομή τηλεοπτικών βραβείων, αν και αυτά επίσης συνδέονται με ανθρώπινες τραγωδίες και δράματα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια φαιά εξουσία, μαζικοποιημένη από το πανίσχυρο μέσο, απρόσωπη πίσω από την ανωνυμία των SMS, απόλυτη και επίφοβη. Μια φαιά εξουσία-τέρας που δίνει έκφραση σε εκατομμύρια φαιές προσωπικές εξουσίες - να πεθάνεις ρε γιατί είσαι άσχημος, να χαθείς γιατί δεν σε γουστάρω, ή πιο σωστά, να πεθάνεις και να χαθείς γιατί με πηδάει κάθε μέρα το αφεντικό μου, δεν μου κάθεται η γυναίκα μου, με ταπεινώνει ο προϊστάμενός μου, δεν κατάφερα τίποτα στη ζωή μου, αυτή λοιπόν την εξουσία που μου δόθηκε θα σου τη φέρω στο κεφάλι για να επιβεβαιώσω ότι υπάρχω και αποφασίζω. Κάπως έτσι όμως δεν έγινε και με τα τάγματα εφόδου των SS και με κάθε δολοφονική συλλογικότητα που άφησε ματωμένο αποτύπωμα στην ανθρώπινη ιστορία;
Αν όλα αυτά μας φαίνονται υπερβολικά, ας σκεφτούμε τους νεφροπαθείς της ολλανδικής τηλεόρασης, την απόγνωση που τους οδηγεί σ' αυτό το παιχνίδι ζωής ή θανάτου, την απόλυτη ταπείνωση να στέκονται μπροστά σε εκατομμύρια τηλεθεατών-κριτών και δήμιων εκλιπαρώντας για την ζωή τους. Ντρέπεσαι κι ας μην είσαι Ολλανδός. Ντρέπεσαι για τον Homo Telestupidus και φοβάσαι για το μέλλον που έρχεται. Ή μήπως αυτό το μέλλον είναι κιόλας εδώ κι απλώνει τα καρκινώματά του κάτω από το παχύ δέρμα που σιγά-σιγά δημιουργεί σε πολλούς από μας όλο και μεγαλύτερο εθισμό σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις κανιβαλισμού που τόσο σοφά μας προσφέρονται...
Καληνύχτα μας...έχω την εντύπωση πως πλέον το μόνο που μπορεί να σώσει το υπόλοιπο σύμπαν, από αυτό το μόρφωμα ανθρώπου που έχουμε δημιουργήσει, είναι ένας δεύτερος κατακλυσμός. Ας ελπίσουμε ότι κάποτε, ο Θεός θα καταλάβει το λάθος του για την δημιουργία του ανθρώπου; Ποιος ξέρεις ίσως να νιώσουν ενοχές και οι πίθηκοι για την φήμη που υπάρχει.
«Δεν μας ενδιαφέρει το καλό των άλλων. Ενδιαφερόμαστε μόνο για την δύναμη…Γνωρίζουμε ότι κανείς δεν αποκτά την εξουσία προκειμένου να την παραδώσει…Η εξουσία δεν είναι μέσο, είναι αυτοσκοπός….Το αντικείμενο της εξουσίας είναι η εξουσία». ( Τζωρτζ Όργουελ, 1984 )